Περαιτέρω βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού επιχειρείν, με αξιόλογη αύξηση του κύκλου εργασιών και σημαντική διεύρυνση της κερδοφορίας του το 2017, διαπιστώνει η ετήσια έκδοση της ICAP “Η Ελλάδα σε Αριθμούς” η οποία, παρουσιάζει τα οικονομικά μεγέθη και τα χρηματοοικονομικά στοιχεία για το σύνολο του Εταιρικού Τομέα της Ελλάδας (13.154 εταιρείες) σε σύγκριση 2 ετών (2017-2016).
Ειδικότερα, όπως αναφέρει η μελέτη της ICAP, η ελληνική οικονομία κινήθηκε το 2017 με χαμηλούς αλλά θετικούς ρυθμούς μεταβολής, καθώς το ΑΕΠ της χώρας κατέγραψε αύξηση 1,5% σε σχέση με το 2016 (σε όρους όγκου) μετά από μία διετία οριακής μείωσης (2016: -0,2%, 2015:-0,4). Θετική εξέλιξη αποτελεί, μάλιστα, το γεγονός ότι η αναπτυξιακή πορεία συνεχίστηκε και το 2018 καθώς, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το ΑΕΠ εμφάνισε ανοδική τάση το πρώτο εννεάμηνο του 2018 (1ο τρίμηνο:2,5%, 2ο:1,7%, 3ο:2,2%).
Σύμφωνα με την ICAP, η ελαφρά αυτή ανάκαμψη της οικονομίας αποτυπώνεται όχι μόνο στα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας αλλά και στις επιδόσεις των επιχειρήσεων κατά το έτος 2017, που μετά από μία μακροχρόνια δύσκολη οικονομική περίοδο και καταβάλλοντας συνεχώς έντονες προσπάθειες προσαρμογής στις συνθήκες της αγοράς, κατάφεραν να πετύχουν αξιοσημείωτες επιδόσεις.
Πιο συγκεκριμένα, από την επεξεργασία των συγκεντρωτικών μεγεθών 13.154 επιχειρήσεων, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται αυτές του χρηματοπιστωτικού τομέα, προκύπτει ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών τους αυξήθηκε κατά 9,8% το 2017 σε σχέση με το 2016 και διαμορφώθηκε σε 125,9 δισ. ευρώ περίπου. Χαρακτηριστικό είναι ότι αύξηση κατέγραψαν οι πωλήσεις σε οκτώ από τους εννέα ευρύτερους κλάδους του εταιρικού τομέα (εξαιρουμένου του χρηματοπιστωτικού).
Την υψηλότερη αύξηση στον κύκλο εργασιών κατέγραψε ο κλάδος της Μεταποίησης (16,2%) και ακολούθησε ο κλάδος της Γεωργίας – Αλιείας (13,9%) και των Ξενοδοχείων-Εστιατορίων (12,0%). Μικρότερη (ποσοστιαία) αύξηση κατέγραψαν και οι υπόλοιποι κλάδοι του εταιρικού τομέα πλην των Κατασκευών, ο οποίος υποχώρησε κατά 2,6% την ίδια περίοδο.
Όσον αφορά στα συνολικά αποτελέσματα του εταιρικού τομέα (ανεξαρτήτως κλάδου δραστηριότητας), διαπιστώνεται ότι παράλληλα με την αύξηση των συνολικών πωλήσεων (κατά 9,8%), διευρύνθηκαν και τα συνολικά μεικτά κέρδη, αλλά με χαμηλότερο ρυθμό (6,48%), στοιχείο ενδεικτικό της αύξησης του κόστους πωλήσεων. Οι δαπάνες διοίκησης και διάθεσης αυξήθηκαν κατά 5,42%, ενώ οι χρηματοοικονομικές δαπάνες περιορίστηκαν κατά 3,04%.
Οι μεταβολές αυτές συνέβαλαν στην αξιόλογη βελτίωση των συνολικών λειτουργικών αποτελεσμάτων (κατά 16,95%) και τελικά στη σημαντική αύξηση της κερδοφορίας. Συγκεκριμένα, τα κέρδη (προ φόρου) των 13.154 επιχειρήσεων του δείγματος διαμορφώθηκαν στο ποσό των 4,67 δισ. ευρώ περίπου το 2017, καταγράφοντας ετήσια ποσοστιαία αύξηση 13,74%. Επισημαίνεται ότι η πλειοψηφία των εταιρειών του δείγματος (64,6%) ήταν κερδοφόρες το 2017, τα δε κέρδη τους υπερίσχυσαν και καθόρισαν και το συνολικό αποτέλεσμα.
Όσον αφορά τους επιμέρους κλάδους του μη χρηματοπιστωτικού εταιρικού τομέα, μόνο ένας ήταν ζημιογόνος το 2017, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κερδοφόροι. Τη μεγαλύτερη συμμετοχή στα κέρδη είχαν οι κλάδοι της Μεταποίησης, του Εμπορίου και της Ενέργειας-Ύδρευσης. Ζημιογόνος το 2017 ήταν μόνο ο κλάδος των Μεταφορών-Επικοινωνιών (από κερδοφόρος το 2016). Από την άλλη πλευρά, οι κλάδοι των Κατασκευών και των Ορυχείων-Λατομείων από ζημιογόνοι το 2016 κατέστησαν κερδοφόροι το 2017.
Περαιτέρω, ο παράγοντας που συνέβαλε περισσότερο στη βελτίωση του συνολικού καθαρού αποτελέσματος ήταν κυρίως οι 1.627 επιχειρήσεις που κατάφεραν να αντιστρέψουν το (συνολικό) ζημιογόνο αποτέλεσμα του 2016 και να εμφανίσουν κέρδη το 2017. Παράλληλα, 6.867 επιχειρήσεις ήταν κερδοφόρες και τα δύο έτη και μάλιστα πέτυχαν αύξηση της κερδοφορίας τους κατά 1,1 δισ. ευρώ το 2017. Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχουν και 3.425 επιχειρήσεις οι οποίες ήταν ζημιογόνες και τα δύο έτη και εμφάνισαν σημαντική διεύρυνση των ζημιών τους (κατά 0,8 δισ. ευρώ το 2017/2016).
Εξετάζοντας ορισμένους βασικούς χρηματοοικονομικούς δείκτες του συνόλου των επιχειρήσεων διαπιστώνονται οριακές μεταβολές στα περιθώρια κερδοφορίας τους. Συγκεκριμένα, το περιθώριο μεικτού κέρδους περιορίστηκε ελαφρώς κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες και διαμορφώθηκε σε 21,89% το 2017. Αντίθετα, το περιθώριο καθαρού κέρδους διευρύνθηκε οριακά κατά 0,13 ποσοστιαίες μονάδες, σε 3,71%. Σε κλαδικό επίπεδο, το υψηλότερο περιθώριο μεικτού κέρδους το 2017 είχαν οι κλάδοι Μεταφορών-Επικοινωνιών (43,6%) και Ξενοδοχείων-Εστιατορίων (39,6%).
Οριακή ήταν, επίσης, η βελτίωση του δείκτη της αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων του συνόλου των εταιρειών, ο οποίος ανήλθε σε 7,0% το 2017 από 6,4% το προηγούμενο έτος. Σε κλαδικό επίπεδο, θετικούς δείκτες εμφάνισαν οι οκτώ από τους εννέα επί μέρους κλάδους. Τον υψηλότερο δείκτη αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων το 2017 εμφάνισε ο κλάδος της Μεταποίησης (13,7%) ο οποίος ήταν ελαφρά βελτιωμένος σε σχέση με το 2016 και ακολούθησε ο κλάδος των Ορυχείων-Λατομείων (12,9%), ο δείκτης του οποίου ήταν αρνητικός το προηγούμενο έτος.
Διαφορετικές ήταν ωστόσο οι επιδόσεις όσον αφορά στην κατανομή της αποδοτικότητας κατά μέγεθος επιχείρησης. Το 2017 ο υψηλότερος δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων καταγράφηκε στις μικρές επιχειρήσεις (με προσωπικό από 10 έως 49 άτομα) και ακολούθησαν οι μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις (προσωπικό 50-249 άτομα).
Τέλος, όσον αφορά σε βασικά οικονομικά μεγέθη του συνόλου των 13.154 επιχειρήσεων προκύπτει ότι τα συνολικά κεφάλαια (του μη χρηματοπιστωτικού τομέα) παρουσίασαν μικρή αύξηση το 2017/16. Συγκεκριμένα, το συνολικό ενεργητικό αυξήθηκε κατά 3,86% ανερχόμενο σε 188,1 δισ. ευρώ περίπου, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην αύξηση των καθαρών παγίων στοιχείων κατά 3,9%, καθώς και στη διεύρυνση του κυκλοφορούντος ενεργητικού κατά αντίστοιχο σχεδόν ποσοστό (3,8%).
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της μελέτης, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου εταιρειών ICAP, Νικήτας Κωνσταντέλλος, σημείωσε: “Μετά από μια μακροχρόνια περίοδο ύφεσης, η ελληνική οικονομία εμφάνισε μικρή ανάκαμψη το 2017, καθώς το ΑΕΠ της χώρας κινήθηκε με χαμηλούς αλλά θετικούς ρυθμούς μεταβολής (+1,5% έναντι του 2016). Ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι η ανοδική αυτή τάση συνεχίστηκε και το 2018 και μάλιστα με ελαφρώς αυξανόμενο ρυθμό. Η θετική αυτή εξέλιξη αποτυπώνεται και στα οικονομικά αποτελέσματα του ελληνικού εταιρικού τομέα, ο οποίος κατάφερε να βελτιώσει περαιτέρω την ανταγωνιστικότητά του, πετυχαίνοντας αξιόλογες επιδόσεις για τρίτη συνεχόμενη χρονιά”.
Όπως ανέφερε ο ίδιος, από τα ομαδοποιημένα αποτελέσματα ενός μεγάλου δείγματος 13.154 ελληνικών επιχειρήσεων (όσες έχουν δημοσιεύσει ισολογισμούς μέχρι 4/1/2019, εκτός Τραπεζών-Ασφαλειών), διαπιστώνεται ότι το 2017 οι εταιρείες κατάφεραν να πετύχουν αξιόλογη αύξηση στον κύκλο εργασιών τους και σημαντική διεύρυνση της κερδοφορίας τους.
“Πράγματι, ο συνολικός κύκλος εργασιών του ελληνικού εταιρικού τομέα αυξήθηκε κατά 10% περίπου το 2017. Παράλληλα, οι συνεχείς προσπάθειες των εταιρειών για συγκράτηση των δαπανών τους επέδρασσαν, για άλλη μια χρονιά, θετικά στα λειτουργικά κέρδη τους, καθώς αυτά διευρύνθηκαν κατά 17% περίπου. Περαιτέρω, το σύνολο των εταιρειών κατέγραψε το 2017 καθαρά (προ φόρου) κέρδη ύψους 4,67 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 14% έναντι της προηγούμενης χρήσης”, σημείωσε ο Ν. Κωνσταντέλλος.
Πρόσθεσε, δε, ότι θετικά είναι τα μηνύματα για τις ελληνικές επιχειρήσεις και για τη χρήση του 2018: “Ενδεικτικά αναφέρεται ότι 153 εταιρείες, εκτός τραπεζών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών πέτυχαν αύξηση του κύκλου εργασιών τους κατά 9% το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ τα κέρδη διευρύνθηκαν κατά 25%”.
Καταλήγοντας ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου εταιρειών ICAP τόνισε: “Σίγουρα η επάνοδος της εγχώριας οικονομίας έστω και σε ελαφρά ανοδική τροχιά επιδρά θετικά στην ελληνική επιχειρηματικότητα. Επιτακτική ανάγκη πλέον είναι η ανάπτυξη της οικονομίας με επιταχυνόμενο ρυθμό και η επικράτηση ενός σταθερού οικονομικού κλίματος, παράγοντας ο οποίος θα βελτιώσει τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς, θα ενισχύσει την επενδυτική δραστηριότητα και θα επιτρέψει στον ελληνικό εταιρικό τομέα να αυξήσει περαιτέρω την παραγωγικότητά του, αποκτώντας μεγαλύτερη αναπτυξιακή δυναμική”.
