Τις τελευταίες εβδομάδες έχει ενταθεί η δημοσιότητα και οι εν γένει θετικές ειδήσεις που αφορούν στον ευρύτερο τραπεζικό τομέα. Κάτι τα εντυπωσιακά οικονομικά αποτελέσματα, κάτι η έναρξη της διαδικασία καταβολής μερισμάτων έπειτα από πολλά χρόνια, κάτι οι θετικές αποτιμήσεις και εκτιμήσεις από μέρους διεθνών οίκων αξιολόγησης, ήρθε και η χθεσινή «ψήφος εμπιστοσύνης» της S&P, δια μέσω της αναβάθμισης των 4 συστημικών τραπεζών, αξιολογώντας θετικά τις προοπτικές τους, ανοίγοντας το δρόμο για μελλοντικές αναβαθμίσεις, έχουν οδηγήσει σε ένα άκρως θετικό, όσο και αισιόδοξο momentum για τον εγχώριο συστημικό χρηματοπιστωτικό τομέα.
Άρα, το περιβάλλον θεωρείται ως άκρως θετικό απέναντι στις τράπεζες, οι οποίες διαθέτουν -πλέον- τα απαιτούμενα εχέγγυα προκειμένου να προχωρήσουν στο εγγύς μέλλον, βαδίζοντας σε έναν δρόμο κερδοφορίας και ανάπτυξης.
Διαβάστε περισσότερα στο Business Voice Week
Αρκεί αυτό; Φαινομενικά η απάντηση είναι καταφατική. Στην πράξη, ωστόσο, υπάρχει μια υποσημείωση: Αυτή της διεύρυνσης και του εμπλουτισμού του offering υπηρεσιών και προϊόντων, της εισόδου σε νέες αγορές και τομείς, ακόμη και σε πρόσθετες χώρες.
Είναι, πραγματικά, κατάντια, οι τράπεζες να «κάθονται» στις προμήθειες από την παροχή υπηρεσιών και προϊόντων, αγνοώντας και απαξιώνοντας κάθε άλλη προοπτική, διέξοδο, αγορά ή διαδικασία επέκτασης.
Πολλώ δε, μάλλον, όταν οι διαθέσεις της κυβέρνησης δείχνουν να αγριεύουν προσεχώς, με τις επιπτώσεις να αναμένονται κομματάκι αλμυρές, όσο και τσουχτερές. «Μια σου και πολλές μου», ονομάζεται η all time classic συνταγή που εφαρμόζει το Κράτος, ελέω απουσίας πειστικών λύσεων και ευήκοων ώτων από την πλευρά των τραπεζικών στελεχών.
Πλέον, οι δικαιολογίες έχουν στερέψει, καθώς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καλούνται να δραστηριοποιηθούν σε ένα ακμάζον οικονομικό περιβάλλον, όπου έννοιες όπως οικονομική ύφεση και πτώχευση δείχνουν (και είναι) ως εξαιρετικά μακρινοί. Την ίδια στιγμή, οι ελληνικές τράπεζες διατήρησαν χαμηλό κόστος χρηματοδότησης χάρη στη σταθερή καταθετική βάση και την πρόσβαση σε πιο προσιτή χρηματοδότηση από τις αγορές χρέους του εξωτερικού, ενώ έχουν μειώσει εντυπωσιακά τους δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE).
Ζητούμενο, πλέον, είναι η έμπρακτη συνεισφορά στην αναπτυξιακή διάσταση της εθνικής μας οικονομίας και των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως μεγέθους και τομέα δραστηριοποίησης. Τη στιγμή κατά την οποία οι τραπεζικοί «παίκτες» ξεκινούν κάθε συζήτηση και αξιολόγηση με βάση το μέγεθος, σταματά κάθε διαδικασία προς την κατεύθυνση της μετεξέλιξης του συνόλου της εθνικής μας οικονομίας. Εξάλλου, κάθε μια από τις επιχειρήσεις αποτελούν κρίκους στην αλυσίδα στήριξης της ανάπτυξης, συνεισφοράς στα Δημόσια ταμεία και συμβολής στην απασχόληση.
Επίσης, όσο επιλέγουν το «χαρτί» των προμηθειών στην παραμικρή συναλλαγή, την απουσία ξεκάθαρης στρατηγικής στήριξης εναλλακτικών τρόπων ηλεκτρονικών πληρωμών (λ.χ. άμεσες πληρωμές), ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών που απευθύνονται σε ένα ευρύ πλέγμα πελατών, μεμονωμένων και επιχειρήσεων, τόσο και θα εμφανίζεται ένα (παράλογο) χάσμα στα αιτήματα από μέρους της αγοράς και της (μη) εξυπηρέτησης ή υλοποίησής τους.
Φωτεινό δείγμα για τις συστημικές τράπεζες, ορισμένες Συνεταιριστικές ή Περιφερειακές, όπως λ.χ. αυτές της Ηπείρου και της Καρδίτσας. Που διαφοροποιούνται; Στην ξεκάθαρη στρατηγική τους στόχευση, στην υλοποίηση των «θέλω» των πελατών σε προϊόντα και λύσεις, στην καθημερινή σχέση συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών, στην παροχή πολύτιμων υπηρεσιών συμβουλευτικής τραπεζικής, αλλά και σε tailor made προσέγγιση που απορρέει από την παραδοχή του “one size doesn’t fit all”!
