Κρατώ στα χέρια μου ένα μπουκάλι λευκής Στροφιλιάς του 2017, την ανοίγω, αφήνω τα αρώματά του Sauvignon Blanc να ξεχυθούν λαίμαργα στην ατμόσφαιρα του δωματίου μου την ίδια στιγμή που η στιβαρότητα του ταπεινού Ροδίτη προσπαθεί να τα τιθασεύσει, σερβίρω ένα ποτήρι και αναπόφευκτα το μυαλό μου δραπετεύει από την ζωοδόχο καραντίνα και ταξιδεύει στα πολυάριθμα καλοκαίρια της Αστυπάλαιας.
Σε αγαπημένα μέρη, με αγαπημένους ανθρώπους, σε στιγμές που όταν τις ζούσαμε ίσως δεν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε το συναισθηματικό βάθος που έκρυβαν πίσω από την ιλαρότητα της ιδρωμένης καθημερινότητας που ξεχείλιζαν. Τι κοινό άραγε είχαν όλες αυτές οι στιγμές; Τι κοινό είχαν οι δικές μου στιγμές στην Αστυπάλαια με τις στιγμές του καθενός από εμάς στον κάθε τόπο που φιλοξένησε τη ξενοιασιά του;
Το κοινό τους γνώρισμα, αυτό που τροφοδοτούσε ενδεχομένως την ανέμελη γοητεία τους, ήταν το ότι τις θεωρούσα – και τις θεωρούσαμε όλοι – δεδομένες. Και μετά όλα άλλαξαν. Και ένας μικρός, αόρατος και παμπόνηρος εχθρός πέτυχε αυτό που κανείς άλλος δεν αποτόλμησε να επιχειρήσει πριν από αυτόν : να φυτέψει βαθιά στο μυαλό μας την σκοτεινή αίσθηση ότι τίποτα και ποτέ δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο.
Μένω στο σπίτι και υποσυνείδητα παρατηρώ τις τυπολογίες των φίλων και των γνωστών μου και πως ανταποκρίνονται σε ότι συμβαίνει. Μια κατηγορία είναι αυτοί που προσπαθούν να υποκριθούν ότι αφού έχουν εστία, φαγητό και αγάπη δεν ανησυχούν για τίποτα. Μαγειρεύουν και ποστάρουν στα social media τις συνταγές του Άκη και αν στη «συνταγή» τους προσθέσουμε και μια πρέζα πολιτικής, αυτοί πρεσβεύουν το δόγμα «ο Μητσοτάκης είναι θεός» και «ο Χαρδαλιάς ο προφήτης του επί της γης».
Υπάρχει και η άλλη κατηγορία, αυτή των διανοούμενων. Αυτοί διαβάζουν τον Guardian και μέσα από άρθρα και μελέτες ξένων πανεπιστημίων αναγορεύονται σε ερασιτέχνες επιδημιολόγους και μελετούν διαγράμματα και στατιστικές, διανθισμένες με βαρύγδουπες ρήσεις του Χαράρι για το πως θα είναι ο κόσμος μετά τον κορωνοϊού και πως μεγάλα τμήματα του πληθυσμού θα γίνονται πειραματόζωα, όχι μόνο σε φάρμακα αλλά και σε καταστάσεις. Εδώ «ο Τσιόδρας είναι θεός» (που σίγουρα είναι) και «αν η Ελλάδα είχε 100 Τσιόδρες θα ήταν μια άλλη χώρα» (θα ήταν άραγε;).
Ποια είναι η αλήθεια; Υπάρχει σωστό και λάθος; Σε τίποτα δεν υπάρχει ποτέ σωστό και λάθος. Η αλήθεια είναι μία: η χαμένη φετινή Άνοιξη. Οι σκέψεις που κάνουμε για το τι θα κάνουμε μετά την καραντίνα στην πλειονότητά τους θα μείνουν σκέψεις. Όπως οι σκέψεις που κάναμε για το τι θα κάναμε αν μέναμε ένα μεγάλο διάστημα απερίσπαστοι στο σπίτι έμειναν σκέψεις.
Ο κορωνοϊός δεν είναι game changer, ούτε αλλάζει χαρακτήρες και συμπεριφορές. Είναι ίσως ένας μεγεθυντικός φακός που αποκαλύπτει πτυχές του καθενός μας που θα θέλαμε να κρύψουμε «κάτω από το χαλάκι». Ότι ήμασταν πριν από αυτόν, το ίδιο θα είμαστε και μετά. Ας είναι όμως… και ας είμαστε όλοι καλά.
Ξαναγυρνώ στη Στροφιλιά, ξαναγεμίζω το ποτήρι μου στην υγειά μας.
