Τι μπορούμε να περιμένουμε λοιπόν από τη θητεία Μπάιντεν; Η επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών με την Τουρκία από την ερχόμενη Δευτέρα και η φαινομενική, τουλάχιστον, αποκλιμάκωση της έντασης κάθε άλλο παρά βάζουν στο περιθώριο τα ελληνοτουρκικά και το ρόλο του αμερικανικού παράγοντα. Θεωρητικά μιλώντας, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ φαντάζει πιο κοντά στις ελληνικές θέσεις και δείχνει ν’ αντιλαμβάνεται τη σημασία της «επιστροφής» των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή, η οποία αυτή τη στιγμή περνά μέσα από τη στήριξη των ελληνικών θέσεων, με δεδομένη και την αναθεωρημένη αμυντική συμφωνία των δύο χωρών που τέθηκε πρόσφατα σε ισχύ – αν και είχε ξεκινήσει από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αποφάσισε τώρα να μην την ψηφίσει!
Με απλά λόγια, είτε η Τουρκία θα πρέπει να δεθεί ξανά στο άρμα της Δύσης και να προσεγγίσει τις ΗΠΑ είτε ο αμερικανικός παράγοντας να έρθει ακόμα πιο κοντά στην Ελλάδα ως αντίβαρο, εάν η Άγκυρα συνεχίσει να κλίνει προς τη Μόσχα και ν’ απομακρύνεται από τη Δύση. Ακόμη και στην πρώτη εκδοχή, όσα έχει να κερδίσει η Ελλάδα είναι περισσότερα από αυτά που έχει να κερδίσει η Τουρκία και σε κάθε περίπτωση δεν δείχνει χαμένη. Διότι το ζητούμενο είναι να εκλείψουν οι εξάρσεις και οι εντάσεις των προηγούμενων μηνών.
Μοιάζει, όμως, οξύμωρο ότι οι σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ έφτασαν στο καλύτερο σημείο των τελευταίων ετών επί προεδρίας Τραμπ, την ώρα που ο απερχόμενος πρόεδρος διατηρούσε προσωπική ή και άλλου… είδους σχέση με τον Ερντογάν και η Τουρκία αλώνιζε σε Έβρο, Αιγαίο και Κύπρο. Ενώ το State Department έμοιαζε ν’ ακολουθεί τη δική του πολιτική και ο Πομπέο να εγκαταλείπει ακόμη και τη λογική των ίσων αποστάσεων και η πλάστιγγα να γέρνει υπέρ της Ελλάδας. Θεωρητικά, εάν υποτεθεί ότι το «βαθύ κράτος» του State Department έχει συνέχεια στην πολιτική του, θα συνεχίσει να είναι υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Με άλλα λόγια, υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν στην εκτίμηση ότι η προεδρία Μπάιντεν μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα και να συμβάλλει στην εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Βέβαια, όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Και η εξομάλυνση δεν περνά μέσα από τη λογική ενός οποιουδήποτε συμβιβασμού, καθώς για εμάς – και κατά το Διεθνές Δίκαιο – η διαφορά είναι μία και συγκεκριμένη: η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, όσο κι αν θέλει η Τουρκία ν’ απλώσει την ατζέντα.
Είναι δε προφανές ότι η ελληνική πλευρά δεν μπορεί και δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στον αμερικανικό παράγοντα. Μπορεί, όμως, να ελπίζει ότι έχει έναν ισχυρό σύμμαχο στο πλευρό της. Ο οποίος, όπως δείχνουν τα πρώτα του βήματα, κινείται “by the book”, όπως λένε κι οι ίδιοι οι Αμερικανοί κι αυτό είναι ό,τι ακριβώς θέλει η Ελλάδα.

