Ελληνικό #MeToo: Τελικά ποιος φταίει;

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ελληνική δημόσια σφαίρα το τελευταίο διάστημα, με αφορμή το ξέσπασμα του ελληνικού #metoo, είναι ένα αέναο κυνήγι ευθυνών. Τι φταίει; Ποιος φταίει; Ποιος πρέπει να παραιτηθεί; Φταίει η κυβέρνηση; Μήπως η αντιπολίτευση; Φταίνε οι ΜΚΟ; Ρητορικά τα ερωτήματα καθώς τις – όποιες – απαντήσεις, μπορεί και θα της δώσει εν καιρώ η δικαιοσύνη.

Ας προσπεράσουμε λοιπόν αυτά και ας πάμε σε μεγαλύτερο «βάθος». Τι φταίει; Ας αναρωτηθούμε ξανά, χωρίς όμως παρωπίδες. Ας αφήσουμε την πολιτική διάσταση του θέματος, ας αφήσουμε τα άτυπα δικαστήρια που δικαίως στήνονται καθημερινά μπροστά στη φρίκη με την οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι. Τι φταίει που το «φαινόμενο» αυτό συντηρείται τόσα χρόνια; Τι φταίει που άνθρωποι με εξουσία εκμεταλλεύονται σεξουαλικά ή μη άλλους ανθρώπους, συχνά ανήλικους; Τι φταίει και κανείς δεν μιλούσε μέχρι τώρα γι’ αυτό;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δυστυχώς ή ευτυχώς είναι σύνθετη και ίσως απαιτεί τη ματιά κάποιου πιο ειδικού. Ως γυναίκα όμως που έχει μεγαλώσει στην Ελλάδα, μπορώ – μάλλον – να τη συνοψίσω, κάπως βιωματικά. Φταίει, μεταξύ άλλων, ο τρόπος που μεγαλώσαμε. Φταίει που κανείς ποτέ δεν μας μίλησε για το σεξ και το σώμα μας, που στο σχολείο προσπερνούσαν (!) το κεφάλαιο αυτό στο βιβλίο της βιολογίας. Φταίει που περάσαμε την εφηβεία μας με τον φόβο του «τι θα πει η γειτονιά», του «κάτι θα έκανε αυτή και τον προκάλεσε».

Σήμερα όλα αυτά έχουν όνομα και είναι καταδικαστέα. Μιλάμε ανοιχτά για slut-shaming, victim-blaming και άλλα πολλά. Όταν μεγάλωνε όμως η γενιά μου αυτά ήταν άγνωστες έννοιες. Και δυστυχώς δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Πώς λοιπόν να μιλήσει ένα θύμα; Πώς να βγει και να κατηγορήσει το θύτη; Φανταστείτε την αντίδραση ενός, ας πούμε, «μη υποψιασμένου» πατέρα ή μιας επίσης φοβισμένης μητέρας. Θα της έλεγαν «μην το πεις πουθενά», «μην τα βάλεις με αυτόν» ή στη χειρότερη, δεν θα την πίστευαν.

Κάνοντας αυτές τις σκέψεις, καταλήγω στο εξής: Αν πρέπει να «εκμεταλλευτούμε»  κάπως αυτό το κίνημα που έχει ξεκινήσει πια, είναι για να διεκδικήσουμε, πέρα από την απόδοση ευθυνών που επίσης χρειάζεται, ακριβώς αυτή την αλλαγή. Την αλλαγή νοοτροπίας, την αλλαγή τρόπου σκέψης. Ας ακούσουμε τα θύματα, ας ακούσουμε τι έχουν να πουν, ας ακούσουμε γιατί δεν μίλαγαν μέχρι τώρα – μιας και που πολλοί νοιάζονται ειδικά γι’ αυτό. Και μετά, ας μαζέψουμε τις απαντήσεις τους κι ας προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι καλύτερο για τα κορίτσια και τα αγόρια που μεγαλώνουν τώρα, για να τα προστατεύσουμε και να τα βοηθήσουμε.

Κι επειδή πρόσφατα άκουσα μια μητέρα να λέει ότι θα σταματήσει να πηγαίνει τον γιο της στο κολυμβητήριο γιατί φοβάται «με όλα αυτά που συμβαίνουν», θα κλείσω λέγοντας ότι η απάντηση βρίσκεται στην ακριβώς αντίπερα όχθη. Όχι, δεν είναι λύση η απομόνωση ενός παιδιού, αλλά η απομόνωση ενός θύτη – κι αυτή θα έρθει μόνο αν μάθουμε στα παιδιά – και όχι μόνο – ότι μπορούν να μιλάνε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ