Ιστορικά, η χρήση της γλώσσας έχει υπάρξει κακοποιητική, πράγμα που συνεχίζει να ισχύει ακόμα και τώρα. Άλλωστε αυτός είναι ένας από τους λόγους που ανέκυψε η πολιτική ορθότητα. Η ακραία εφαρμογή του political correctness απέναντι στον βίαιο λόγο, τα προσβλητικά αστεία, την κατάχρηση της γλώσσας, είναι αναμενόμενη – όσο και αν η αρχική της εκδοχή ίσως αφορά αυτό που όντως ισχύει και αξίζει να ειπωθεί με σαφήνεια.
Η αμεσότητα στην έκφραση των ατόμων που έχουν μάθει να μιλούν έτσι ή αλλιώς, οι οποίοι δεν έχουν άλλες λέξεις για να περιγράψουν αυτό που βιώνουν, είναι θεμιτή και γίνεται περισσότερο αντιληπτή ως στοιχείο αυθορμητισμού και αυτό-αναφοράς παρά ως κάτι που βλάπτει τρίτους.
Αν λοιπόν μπορούμε να μιλάμε για ένα υγιές political correctness, αυτό πρέπει να περιλαμβάνει την έννοια της αυθεντικότητας και της αίσθησης ενός κοινού που δεν θίγει ούτε θίγεται από τα λεγόμενα του αλλά οικειοποιείται το όποιο περιεχόμενο και το αναπλάθει με δικά του μέσα.
Για να γίνει αυτό φυσικά προϋποτίθεται ότι οι εκάστοτε ομιλητές δεν θα φέρουν πυρά κατά ομάδων που ανέκαθεν στιγματίζονταν με υποτιμητικούς όρους, τους οποίος κατά βάθος όλοι γνωρίζουμε και μας βολεύει να ανασύρουμε γιατί είναι πιο εύκολο ή «κατανοητό».
Όμως, η λογοκρισία έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις, όπως όταν το χιούμορ και ο σαρκασμός παίζουν στα όρια του εύθικτου και της μνήμης. Η γλώσσα για μερικούς γίνεται ενίοτε τραυματική και η συνέπεια του να πάψει αυτό να ισχύει μπορεί και να είναι μια απαγορευτική συνθήκη.
Κανείς βέβαια δεν σκέφτεται ότι αυτό θα γεννά τα ίδια αποτελέσματα ή ότι ενδέχεται να γυρνά τους γλωσσικούς χρήστες στην εποχή της λογοκρισίας με έναν τρόπο περισσότερο συγκαλυμμένο και δύσκολο στην κριτική. Το απόλυτο στην περίπτωση του ελεύθερου λόγου είναι μια δύσκολη υπόθεση, αν και ο ιδιωτικός λόγος δεν πρέπει να κρίνεται το ίδιο με τον δημόσιο.
Είναι διαφορετικό το να ειπωθεί κάτι μεταξύ γνωστών σε ένα safe space μεταξύ σοβαρού και αστείου από το να βγει το οτιδήποτε προς τα έξω, όπως συμβαίνει στα social media με την ρητορική μίσους και τα τοξικά στοιχεία που διακρίνονται σε σχόλια.
Το αντίκτυπο στην ψυχοσύνθεση και στην έκθεση των ατόμων που εμπλέκονται και γίνονται αποδέκτες αυτών είναι δυσανάλογο του επιπέδου ενσυναίσθησης που απαιτείται, αλλά και της υπευθυνότητας που θα έπρεπε οι άλλοι ή και το ίδιο το μέσο να επιδείξει για να προλάβει το καθετί.
Η λύση δεν είναι να αρχίσουμε να κράζουμε ο ένας τον άλλον για την κάθε του λέξη αλλά να εμπλουτίσουμε νοητικά και γλωσσικά το είναι μας. Να αναζητήσουμε νέες εκφράσεις ή να ανασύρουμε τις παλιές, δίνοντας τους άλλο νόημα. Σε όλους αρέσει να γελάμε και να μιλάμε ελεύθερα, χωρίς να επιβαρύνουμε τους γύρω με χαρακτηρισμούς που ξεπερνούν τα όρια τους στον δημόσιο χώρο λόγω βιωμάτων, κλπ.
Συνεπώς, όταν κάποιος δηλώνει την δυσφορία του με μια φράση μπορούμε να σκεφτούμε, να συζητήσουμε, να δούμε τι φταίει και αν πάει λάθος και στην συνέχεια να εννοήσουμε τα πράγματα αναλόγως, γνωρίζοντας τις προθέσεις μας και οριοθετώντας και εμείς το πως μιλάμε.
Η γλώσσα εξελίσσεται, αποτελεί ένα ανοιχτό πεδίο και η όποια παρέμβαση είναι δεκτή, συνυπολογίζοντας όλα τα καλώς ή κακώς κείμενα μέσα από τα οποία συμμετέχουμε εκφραστικά.
Το νόημα του πολιτικά ορθού είναι λογικό να παρεκτραπεί, γεγονός που κάνει αρκετούς να μιλούν για μια άλλη λογοκρισία, αυτό που έχει σημασία ωστόσο είναι πάντα το μέτρο στην κατανόηση και η δημιουργία: το να αποτινάξουμε τις κυρίαρχες αφηγήσεις που κουβαλούν μέσα τους οι λέξεις και να προσαρμόσουμε το περιεχόμενο τους σε αυτό που θέλουν να πουν και όχι με στόχο την ακύρωση ή την υποβάθμιση.
Όλα είναι λογικά αν σεβαστούμε ο ένας τον άλλον ως ενεργά όντα…
