Η σιωπή απέναντι στην έμφυλη βία και το #MeToo

Πώς οδηγηθήκαμε σε ένα παγκόσμιου βεληνεκούς κίνημα και γιατί άλλαξε η στάση μας απέναντι σε περιστατικά παρενόχλησης στην Ελλάδα μέσα σε ένα έτος.

Έχει ήδη συμπληρωθεί ένας χρόνος από τη σωρεία αποκαλύψεων για περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης στον χώρο του αθλητισμού, του πολιτισμού, της τέχνης και της τηλεόρασης στην Ελλάδα. Το ελληνικό «#MeToo»

Είναι πλέον γεγονός πως η σεξουαλική παρενόχληση συνιστά την πιο διαδεδομένη μορφή έμφυλης βίας, η οποία, ναι μεν ήταν γνωστή τοις πάσι εδώ και δεκαετίες, μόνο που κανείς/καμία δεν κατήγγειλε, επειδή δεν ήταν «κοινωνικά ανεκτό». Με τα χρόνια λοιπόν συσσωρευόταν και έμενε βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση των θυμάτων, επηρεάζοντας και στιγματίζοντας την προσωπική, επαγγελματική, κοινωνική και οικογενειακή ζωή τους.

Υπεύθυνοι, όμως, δεν είναι μόνο οι θύτες, αλλά και όσοι παρέμεναν σιωπηλοί απέναντι στην οποιασδήποτε μορφής βία. Τα θύματα, μπορούν να σιωπήσουν για πολλούς λόγους, κυρίως εξαιτίας του φόβου για την επόμενη κίνηση του θύτη. Οι παρατηρητές της βίας, όμως, οφείλουν και πρέπει να την καταγγέλλουν. Όσο κάποιος δεν αντιστέκεται στη βία, τόσο ευκολότερα εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού. Εν δυνάμει θύματα βρίσκονται παντού γύρω μας, στο διπλανό διαμέρισμα, στο γραφείο, ακόμα και μέσα στην ίδια μας την οικογένεια.

Τα φαινόμενα, πολλές φορές απατούν. Ο γοητευτικός και ευγενικός σύζυγος, μπορεί να γυρίζει στο σπίτι από τη δουλειά και να κακοποιεί λεκτικά τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Ο αστείος και αγαπημένος ηθοποιός, μόλις σβήνουν τα φώτα, συμπεριφέρεται αγενώς στους συναδέλφους του και ο χαμηλών τόνων συνάδελφος είναι ο συζυγοκτόνος που πρωταγωνιστεί στα βραδινά δελτία.

Ειδικά την παρατεταμένη περίοδο της καραντίνας, αυξήθηκαν κατά πολύ τα περιστατικά γυναικείας κακοποίησης, όπως επίσης και οι δολοφονίες γυναικών από τους συντρόφους τους. Ο εγκλεισμός και η αθέλητη αντικοινωνικότητα οδήγησαν πολύ κόσμο σε ακραίες πράξεις και ειδεχθή εγκλήματα.

Ενδεχομένως για το «ξύπνημα» απέναντι στην κακοποίηση «βοήθησε» η πανδημία. Ήταν καιρός για δράση μετά από μια υπερβολικά δύσκολη για όλους περίοδο και ενός-εν προκειμένω-…. καλού μύρια έπονται. Μία καταγγελία ακολούθησαν δεκάδες άλλες, έστω και αν ήταν σχετικά αργά. Τα θετικά που αποκομίσαμε ως κοινωνία, από την ιστορία αυτή, είναι πάμπολλα.

Αρχικά, ευαισθητοποιήθηκε η κοινή γνώμη απέναντι στην έμφυλη βία. Οι καταγγελίες, ειδικά εναντίον ευρέως γνωστών προσώπων, ήρθαν σαν κεραυνός εν αιθρία και δίχασαν ποικιλοτρόπως. Ο χώρος του θεάματος υπέστη τεράστιο πλήγμα, όχι μόνο λόγω της πανδημίας, αλλά και λόγω των όσων συνέβαιναν στα παρασκήνια. Όμως, στο εξής, οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση, είναι βέβαιο πως θα καταγγέλλεται, ύστερα από τον σάλο που προκλήθηκε.

Επιπλέον, δημοσιοποιήθηκαν περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης στα πανεπιστήμια, από το διδακτικό προσωπικό προς τις φοιτήτριες, γεγονός που πυροδότησε την επεξεργασία πρωτοκόλλων αντιμετώπισης των καταγγελιών σε όλα τα ΑΕΙ που διαθέτουν Επιτροπές Ισότητας των Φύλων.

Τέλος, δημιουργήθηκε το #MeNow_MeToo, που στόχο έχει τη «διασύνδεση» θυμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης/κακοποίησης και που αποκτά κάθε μέρα όλο και μεγαλύτερη απήχηση, όλο και περισσότερα «μέλη», θύματα λεκτικής ή και σωματικής βίας από συναδέλφους, συντρόφους, συζύγους. Η διεθνής του απήχηση, αμέριστη, καθώς ηχεί σε όλη την Ευρώπη.

Είναι όμως αυτό αρκετό, για να μην γίνουμε ξανά μάρτυρες ανάλογων περιστατικών; Θα λέγαμε πως είναι η αρχή και μάλιστα ευοίωνη. Όταν άτομα προβεβλημένα και αγαπητά, βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν δημόσια για τέτοιες πράξεις που τούς συνέβησαν, αυτό επιδρά θετικά στην κοινή γνώμη. Έχουν επίσης δημιουργηθεί πολλές γραμμές ψυχικής και ψυχολογικής υποστήριξης θυμάτων κάθε είδους.

Το ζήτημα μάς αφορά όλους, παρατηρητές και θύματα. Ας μην μένουμε απλοί παρατηρητές και ας πούμε «Stop» στις πιέσεις και στους εκβιασμούς εναντίον των φίλων, συγγενών, συναδελφισσών ή συμφοιτητριών μας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ