Ο πολιτισμός ως business παραγωγή και διαχείριση

Μουσεία με εταιρική διοίκηση, καλλιτέχνες με εμπορικό ή universal προφίλ και κοινοί χώροι δράσης στιγματίζουν τα χρόνια της λεγόμενης πολιτισμικής μετάβασης.

Δεν είναι μόνο η μαζική κουλτούρα που διαμορφώνει το πλαίσιο της πολιτισμικής παραγωγής αλλά και οι κατεξοχήν θεσμικοί φορείς που διαχειρίζονται την τέχνη. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που έχουν λόγο και επιρροή στο πεδίο της τέχνης και άρα αυξομειώνουν τις τάσεις που θα πάρουν μορφή μέσα από τα έργα και τα projects που τελούνται.

Χορηγοί, καμπάνιες και εταιρείες διανομής έχουν εμπλακεί την τελευταία δεκαετία στην πολιτισμική αγορά πέρα από τις συνήθεις mainstream επιλογές του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης, ερχόμενοι στα μουσεία και το θέατρο, εκσυγχρονίζοντας και μετασχηματίζοντας ορισμένες πλευρές τους που -μεταξύ μας- μπορεί και όντως να χρειάζονταν μια διαφορετική προσέγγιση κοινού και περιεχομένου.

Οι επιλογές των στελεχών, των καλλιτεχνών και των δομών έχουν αλλάξει αρκετά, το corporate στοιχείο έχει μπει σε έναν χώρο κάποτε εκ διαμέτρου αντίθετο ή έστω ποιοτικά διαφορετικό και πλέον νέες δυνάμεις καθορίζουν τι θα παιχτεί που. Καλό, κακό, θα δείξει. Από την μια, γίνεται μια προσπάθεια να προσελκύσουν ένα (νέο) κοινό που απείχε από τα δρώμενα του fine art, από την άλλη η ταυτότητα του πολιτισμού υπάγεται σε διαφοροποιήσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν την ουσία του, δημιουργώντας όπως θα λέγαμε ένα «αντίγραφο» αν όχι υβρίδιο.

Η οικονομία των vouchers έρχεται να αντικαταστήσει τα δωρεάν εισιτήρια που δίνονταν κάποτε μόνο σε δημόσιους υπαλλήλους ή ανέργους, καλύπτοντας κενά μισθολογικού τύπου. Παράλληλα, οι ομάδες που «τρέχουν» τις εργασίες των πολιτισμικών ιδρυμάτων και διαλέγουν τα άτομα που θα συμμετάσχουν στα residencies, στα φεστιβάλ, στις εκθέσεις αποκτούν νέους τρόπους για να το κάνουν, αφού εκεί που ο κόσμος περνούσε από δημόσιους «διαγωνισμούς», το LinkedIn έγινε το εργαλείο τους και τα κριτήρια στράφηκαν σε πιο deep skills, εθελοντισμούς και πάει λέγοντας.

Το θέμα όμως είναι ότι ο πολιτισμός δεν είναι «εταιρεία», δεν παράγει μόνο χρηματικό κέρδος αλλά και μια ανθρώπινη αξία που σαφώς υπερβαίνει τον στόχο ενός business plan. Το εργατικό – καλλιτεχνικό δυναμικό που συμμετέχει σε παραγωγές, προωθήσεις και γενικότερα στην εκτέλεση των δράσεων και την διοίκηση ενός πολιτισμικού φορέα, μπορεί να συμπορεύεται με την αγορά, αφού και η ίδια είναι μια από αυτές, έχοντας σταθερή ισχύ στα πράγματα, ωστόσο δεν παύει να συνιστά έναν ημιαυτόνομο τομέα, αν το δει κανείς ιστορικά.

Οι νέοι παίκτες στον κλάδο του πολιτισμού εισήγαγαν νέα κεφάλαια, πόρους, (ανεκμετάλλευτους) χώρους και προσέφεραν εξασφαλίσεις, τα οποία χρειάζονταν δεδομένης της γραφειοκρατικής κατάστασης των αιτήσεων για χρηματοδότηση καλλιτεχνικών ιδεών, όλα αυτά βέβαια με αντάλλαγμα το branding, μια νέα ταυτότητα σε ό, τι παράγεται από και για τους πολιτισμικούς φορείς.

Για να υπάρξει όμως αποτέλεσμα που να επαφίεται στην κουλτούρα του πολιτισμού πρέπει να αναγνωρίσουν οι μεν τους δε δηλαδή τις αξίες και τον τρόπο λειτουργίας του πολιτισμού που διαφέρει λίγο πολύ από την συνήθη επιχειρηματική στρατηγική όσον αφορά στις πρακτικές, «just food for thought».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ