Τον τελευταίο μήνα η Ευρώπη έχει έρθει αντιμέτωπη με καταστάσεις που πριν έμοιαζαν αδιανόητες. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία επεσήμανε μία ιστορική τομή για τη γηραιά ήπειρο, η οποία για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο χρειάστηκε να διαχειριστεί κομβικά ζητήματα ασφάλειας και εδαφικής ακεραιότητας. Ο χρόνος μοιάζει να έχει γυρίζει τουλάχιστον έναν αιώνα πίσω, με τις εικόνες φρίκης, πόνου και θλίψης να μην έχουν τελειωμό.
Μέσα σε αυτό το ζοφερό κλίμα τόσο η Ευρώπη όσο και σύσσωμη η διεθνής κοινότητα επιχείρησε να απαντήσει επιβάλλοντας σκληρές οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία. Το γεγονός όμως αυτό αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι για την Ευρώπη, καθώς έφερε βίαια και απότομα στην επιφάνεια ένα διαχρονικό της πρόβλημα, αυτό της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η ενεργειακή κρίση δεν ξεκίνησε βέβαια με την εισβολή στην Ουκρανία, ήδη από τις αρχές του Φθινοπώρου η μείωση της προσφοράς είχε εκτοξεύσει στα ύψη τις τιμές ενέργειας. Το κρίσιμο σημείο όμως σε αυτήν τη δεδομένη χρονική στιγμή είναι το γεγονός ότι όπως έχει ειπωθεί πολλάκις τόσο από ειδικούς όσο και από αρχηγούς κρατών, η ενέργεια αποτελεί μία από τις βασικές πηγές εσόδων για τη Ρωσία, μέσω της οποίας χρηματοδοτεί σε μεγάλο βαθμό την πολεμική σύρραξη στην Ουκρανία.
Μάλιστα πάνω σε το ζήτημα είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι ο οποίος είπε χαρακτηριστικά ότι:« Η ειρήνη είναι πολυτιμότερη από τα διαμάντια από το… φυσικό αέριο και το πετρέλαιο». Είναι παραπάνω από πασιφανές λοιπόν ότι εάν κάποιος θέλει να προκαλέσει ένα ισχυρό πλήγμα στη Ρωσία πρέπει να τη «χτυπήσει» στον ενεργειακό τομέα.
Προς αυτή την κατεύθυνση η Βρετανία και οι ΗΠΑ ήδη επέβαλαν απαγορεύσεις στις ρωσικές εξαγωγές πετρελαίου καθώς και στα ρωσικά ενεργειακά προϊόντα. Σε αυτό το σημείο όμως η Ευρώπη ήταν ιδιαίτερα διστακτική, καθώς δεδομένης της εξάρτησής της από τη ρωσική ενέργεια, ένα ενδεχόμενο εμπάργκο θα είχε τρομερές συνέπειες και για την ίδια, βάζοντας σε κίνδυνο την ενεργειακή της επάρκεια. Μπροστά στο τρομερό αυτό δίλημμα, άρχισαν να πληθαίνουν οι φωνές για τη λήψη μέτρων ανεξαρτητοποίησης από τη ρωσική ενέργεια. Πρόκειται όμως για ένα εγχείρημά που είναι πιο εύκολο στα λόγια παρά στην πράξη.
Τα τελευταία χρόνια η ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης στρεφόταν γύρω από τη «πράσινη» μετάβαση. Με τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής να γίνονται ολοένα και πιο ορατές, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε στη λήψη άμεσων μέτρων για τον περιορισμό των συνεπειών της. Έτσι λοιπόν προχώρησε στη σύναψη της Πράσινης Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, μέσω τις οποίας τέθηκαν βιώσιμη στόχοι με ορίζοντα το είτε το 2030 είτε το 2050.
Σε αυτό το πλαίσιο κατέστη παραπάνω από σαφές ότι το μέλλον έγκειται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εν τω μεταξύ, σε όλο αυτό το διάστημα ως μεταβατικό καύσιμο ορίστηκε το φυσικό αέριο. Και εδώ είναι που η Ευρώπη υπολόγισε χωρίς τον ξενοδόχο, καθώς τη μετάβαση που είχε υπολογίσει ότι θα έκανε σε ορίζοντα δεκαετίας, πρέπει ξαφνικά να την κάνει εδώ και τώρα. Για να καταλάβουμε το μέγεθος του εγχειρήματος πρέπει να ειπωθεί ότι η Ρωσία παρέχει περίπου το 45% των εισαγωγών φυσικού αερίου στην ΕΕ.
Μία από τις πιο εξαρτημένες χώρες από το ρωσικό αέριο είναι η Γερμανία, η οποία στην πορεία της προς την ενεργειακή μετάβαση έκλεισε όλα τα πυρηνικά της εργοστάσιά, χωρίς όμως να έχει πρώτα να έχει εξασφαλίσει εναλλακτική πηγή προμήθειας πέραν της Ρωσίας.
Επομένως, στη δύσκολη αυτή κατάσταση δύο είναι τα πιθανότερα σενάρια. Είτε η Ευρώπη θα καταφέρει να επιταχύνει τη «πράσινη» μετάβαση είτε θα αναγκαστεί να επιστρέψει στη χρήση άνθρακα με ότι αυτό συνεπάγεται για τον πλανήτη.
Κανένας από τους δύο δρόμους δεν είναι εύκολος και το τίμημα σε κάθε περίπτωση αναμένεται να το πληρώσουν οι πολίτες, με τους πολίτες της Ουκρανία να πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα από όλους.
