Πρέπει να ήταν το 1990 όταν είδα στις ειδήσεις κάτι που με συντάραξε. Απεργοί είχαν μαζευτεί στην είσοδο ενός χώρου εργασίας. Δεν απωθούσαν όσους ήθελαν να εργαστούν. Τους προπηλάκιζαν με πολύ υποτιμητικές εκφράσεις και όσοι παρ’ όλα αυτά ήθελαν να μπουν να εργαστούν τους εξανάγκαζαν να περάσουν κάτω από ένα σχοινί που κρατούσαν φωνάζοντας εν χορώ «σκύψε – σκύψε».
Η εικόνα αυτή ανακαλείται συνεχώς στο μυαλό μου τα τελευταία χρόνια. Στη θέση του εργαζόμενου που θέλει απλά να κάνει την δουλειά του, είναι κάθε επιχείρηση που για να λειτουργήσει στην Ελλάδα θα πρέπει συνεχώς να ταπεινώνεται, να λοιδορείται και να εκβιάζεται από το κράτος.
Έχουμε φτάσει στο σημείο να ταυτίζουμε την επιχειρηματικότητα με την παραβατικότητα. Όταν όμως παρατηρείται ένα φαινόμενο σε μαζική κλίμακα, δεν αρκεί απλά να κατηγορούμε το πλήθος. Θα πρέπει να αναζητούμε και την αιτία που τους οδηγεί σε αυτή τη συμπεριφορά.
Αν το κράτος έκανε στοιχειωδώς την δουλειά του, οι απατεώνες δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν, και αν το έκαναν, δεν θα μεγαλουργούσαν. Με το στρεβλό σύστημα που επικρατεί στην Ελλάδα, η παραβατικότητα είναι ο μόνος τρόπος λειτουργίας.
Εναπόκειται στην ηθική του κάθε επιχειρηματία αν θα περιοριστεί στις κατά συνθήκη μικροπαραβάσεις ή αν θα πάει παραπέρα. Το δυστύχημα είναι ότι αυτοί που πήγαν παραπέρα, συχνά μεγέθυναν τις επιχειρήσεις τους. Την μεγέθυνση αυτή την όφειλαν σε αυτό ακριβώς το ρίσκο.
Την ίδια στιγμή οι επιχειρήσεις που περιορίστηκαν στην κατά συνθήκη μικροπαραβατικότητα (σ.σ. χωρίς αυτή δεν θα επιβίωναν καν) είναι πολύ πιθανόν να αντιμετωπίστηκαν από τον φορολογικό έλεγχο πολύ πιο αυστηρά για τυπικές παραβάσεις, από αυτούς που έκαναν σοβαρή φοροδιαφυγή.
Η ψηφιοποίηση δίνει την δυνατότητα στο κράτος να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού. Να κάνει τις διαδικασίες πολύ πιο φιλικές σε αυτούς που θέλουν να είναι νόμιμοι, χωρίς να εξαναγκάζονται πλέον στις κατά συνθήκη μικροπαραβάσεις.
Αντ’ αυτού κάνει το παραδοσιακό πρόβλημα πολύ χειρότερο. Με τυπολατρικές διατάξεις δημιουργεί συνεχώς καινούριες υποχρεώσεις καταχώρισης της ίδιας πληροφορίας σε όλες αυτές τις ψηφιακές πλατφόρμες που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, αυξάνοντας τις πιθανότητες εκ παραδρομής λαθών, τα οποία τιμωρεί πολύ αυστηρά ανεξαρτήτως ουσίας.
Για να ρίξει αλάτι στην πληγή, μιλά συνεχώς απαξιωτικά για την επιχειρηματικότητα, ταυτίζοντάς την με την φοροδιαφυγή.
Ο τρόπος που μιλάμε για τον κόσμο μας, καθορίζει τον τρόπο ζωής μας. Το αφήγημα ότι οι μικρές επιχειρήσεις ευθύνονται για την υστέρηση των δημοσίων εσόδων, δεν είναι μόνο εσφαλμένη· είναι επιβλαβής. Χρειαζόμαστε επειγόντως νέα κοσμοθεωρία, νέο όραμα, νέο αφήγημα. Μόνο έτσι το κράτος θα αποκτήσει την απαραίτητη αυτοπεποίθηση να κάνει αυτό που πρέπει.
Να διευκολύνει το επιχειρηματικό περιβάλλον και τις διαδικασίες, ώστε να επιτρέπει στην πραγματική επιχειρηματικότητα να αναδεικνύεται και να ευημερεί χωρίς να θυσιάζει παραγωγικές εργατοώρες σε ανόητες και τυπολατρικές διαδικασίες. Η απλότητα το πετυχαίνει αυτό.
Σε αντίθεση με τις τυπολατρικές διατάξεις, που όχι μόνο ταλαιπωρούν τους συνεπείς κάνοντας την φορολογική συνέπεια ακατόρθωτο άθλο, αλλά και αποκαλύπτουν στους παραβατικούς τα σημεία ελέγχου και πώς να τα ξεγελάσουν.
