Του Διονύσιου Κηλίδη
Η επίτευξη συμφωνίας για τις σπάνιες γαίες της Ουκρανίας, μεταξύ των ΗΠΑ και της Ουκρανίας, δύναται να αποτελέσει σημείο-καμπής, μα και αναφοράς στις από εδώ και πέρα εξελίξεις σε σχέση με την εισβολή και τον πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της πρώτης.
Πόσο, μάλλον, από τη στιγμή κατά την οποία δείχνει να… ξεκλειδώνει τις επόμενες κινήσεις στην σκακιέρα και δη από την πλευρά του ισχυρού παίκτη, ήτοι των ΗΠΑ.
Κι αυτό, καθώς ο Πρόεδρος Τράμπ έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις για την απόκτηση πρόσβασης στους ουκρανικούς φυσικούς πόρους, όπου μετήλθε και του ανάλογου… τζογαρίσματος με σειρά από απειλές, παζάρια, μα και μπλόφες, κατάφερε να τοποθετήσει -ουσιαστικά- και δη με εμφατικό τρόποι τις ΗΠΑ στο Ουκρανικό έδαφος. Έστω κι εάν είναι το υπέδαφος…
Η συμφωνία -την οποία υπέγραψαν ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ και η αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης της Ουκρανίας και υπουργός Οικονομίας, Γιούλια Σβιριντένκο- σε σχέση με τη δημιουργία ενός κοινού αμερικανο-ουκρανικού ταμείου για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, το οποίο θα λαμβάνει το 50% των κερδών και των δικαιωμάτων που θα αποκομίζει το ουκρανικό κράτος από νέες άδειες εκμετάλλευσης φυσικών πόρων στη χώρα.
Μέσω αυτής, θα επιτρέψει να χρηματοδοτηθούν εξ ημισείας έργα εξόρυξης ορυκτών, πετρελαίου και αερίου στην ουκρανική επικράτεια.
Η συμφωνία δίνει στην Ουάσινγκτον προνομιακή πρόσβαση για νέες συμφωνίες για τους φυσικούς πόρους της Ουκρανίας, αλλά δεν της παρέχει αυτόματα μερίδιο του ορυκτού πλούτου της Ουκρανίας ή οποιασδήποτε από τις υποδομές φυσικού αερίου της.
Βέβαια, κατ’ αυτό τον τρόπο, η Ουκρανική πλευρά καταφέρνει να αποκτά μια «ασπίδα» προστασίας από τις ΗΠΑ, οι οποίες θα προασπιστούν ακόμη και με την χρήση στρατιωτικών όπλων την επένδυσή τους για τις σπάνιες γαίες.
Κατ’ επέκταση, η μπάλα περνά στο γήπεδο της Ρωσίας, η οποία δείχνει να βρίσκεται σε δυσχερή -σε επίπεδο ελιγμών- θέση.
Κι αυτό, παρά το γεγονός πως τα περιγράμματα μιας ειρηνευτικής συμφωνίας που οι ΗΠΑ φέρεται να πρότειναν στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές πριν από δύο εβδομάδες θα ήταν σε μεγάλο βαθμό με τους όρους της Μόσχας. Όσο κι αν υπάρχει ελπίδα πως η πολεμική σύγκρουση θα τερματιστεί σύντομα με όρους αποδεκτούς από την Ουκρανία, πρωτίστως, εντούτοις όμως το σύνολο των προβλέψεων στην όλη υπόθεση, εκτιμούν πως ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δύσκολα θα σταματήσει τον πόλεμό (του).
Κι αυτό, καθώς φαίνεται να πιστεύει ότι ο χρόνος είναι με το μέρος του, παρότι η Ουκρανία συνεχίζει να προκαλεί βαριές απώλειες στις ρωσικές δυνάμεις, οι οποίες προελαύνουν με ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς.
Παρά τις περιστασιακές νύξεις για «δευτερεύουσες κυρώσεις» κατά της Ρωσίας, ο Τραμπ δεν φαίνεται να είναι έτοιμος να ασκήσει αρκετή πίεση στη Μόσχα για να αλλάξει τους υπολογισμούς του Προέδρου Πούτιν.
Ακολουθώντας μια αρχική πρόταση των ΗΠΑ, το Κίεβο έχει προσφέρει μια άνευ όρων ανακωχή ακολουθούμενη από διαπραγματεύσεις για μια μόνιμη επίλυση της σύγκρουσης. Στην πράξη, αυτό θα μπορούσε να παγώσει τον πόλεμο κατά μήκος της τρέχουσας πρώτης γραμμής για το άμεσο μέλλον. Ο Πρόεδρος Ζελένσκι δεν θα υπογράψει επίσημα την παραχώρηση τμήματος των εδαφών της Ουκρανίας. Το Κίεβο θα μπορούσε να ενισχύσει τον στρατό του και να συνάψει αμυντικές συμφωνίες με πρόθυμους εταίρους στη Δύση για να – ενδεχομένως – αποτρέψει μελλοντική ρωσική επιθετικότητα.
Μέχρι στιγμής, η Ρωσία προσφέρει απλώς σύντομες προσωρινές εκεχειρίες που έχει συνήθως παραβιάσει στο παρελθόν. Αυτές οι προσφορές φαίνονται περισσότερο σχεδιασμένες για να ευχαριστήσουν ή να αποσπάσουν την προσοχή του Τραμπ παρά για να έχουν οποιαδήποτε σημασία πέρα από αυτό. Σύμφωνα με το Blomberg και άλλα μέσα ενημέρωσης, ο Πούτιν έχει απαιτήσει ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε συμφωνία η Ουκρανία να παραιτηθεί όχι μόνο από την Κριμαία, αλλά και από ολόκληρη την επικράτεια των τεσσάρων άλλων περιοχών που η Ρωσία έχει «προσαρτήσει», αλλά δεν έχει κατακτήσει ακόμη πλήρως.
Η Ρωσία φαίνεται να θέτει σκόπιμα αιτήματα που η Ουκρανία δεν μπορεί να αποδεχτεί. Ο Πούτιν μπορεί να ελπίζει ότι ο Τραμπ θα κατηγορήσει στη συνέχεια το Κίεβο και όχι τη Μόσχα για την αποτυχία των συνομιλιών.
Τρία σενάρια για την Ουκρανία
Διεθνείς αναλυτές κατατείνουν σε τρία κύρια σενάρια για τον πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ενημερώσει τον Ρώσο ομόλογό του πως θα συνεχίσει την πολιτική αποστολής οπλισμού προς την Ουκρανία εάν ο τελευταίος υπογράψει μια συμφωνία αποδεκτή από την Ουκρανία, η Ευρώπη εκτιμάται πως θα είναι στην πλευρά των ωφελημένων. Σε αυτό το σενάριο η ανοικοδόμηση μιας ελεύθερης Ουκρανίας και η ενσωμάτωσή της στην Κοινή Αγορά της Ε.Ε. θα ανοίξει πολλές εμπορικές ευκαιρίες.
Στο δεύτερο σενάριο, εάν ο Πρόεδρος Τραμπ διακόψει την αμερικανική βοήθεια προς το Κίεβο και η Ευρώπη δεν προχωρήσει πλήρως στην ανάληψη του ρόλου να χρηματοδοτήσει τον εξοπλισμό της Ουκρανίας, τότε η Ρωσία μπορεί να κερδίσει. Εξέλιξη, που θα μπορούσε να προκαλέσει κύματα σοκ σε όλη την Ευρώπη, να πυροδοτήσει μια ροή προσφύγων και να ενθαρρύνει τους φιλορώσους λαϊκιστές της Ευρώπης.
Στην τρίτη περίπτωση, ο πόλεμος φθοράς μπορεί απλώς να συνεχιστεί, όπως συνέβη και τα αμέσως προηγούμενα χρόνια, με τη δυτική βοήθεια προς την Ουκρανία που ναι μεν αποτρέπει μια ρωσική νίκη, εντούτοις όμως δεν αναγκάζει τον Πούτιν να ζητήσει ειρήνη.
Αν ο Πρόεδρος Τραμπ το επιθυμούσε, θα μπορούσε να απειλήσει τον Πούτιν με κυρώσεις που θα δύνατο να κάνουν τη διαφορά. Ένα αυστηρότερο όριο στις τιμές των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου σε συνδυασμό με σκληρές «δευτερεύουσες» κυρώσεις σε εταιρείες και χώρες που βοηθούν τη Ρωσία να τις παρακάμψει θα μπορούσαν να μειώσουν αποφασιστικά τα έσοδα από τις ρωσικές εξαγωγές.
Αυτό θα έθιγε την ικανότητά της να αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες και να πληρώσει όλο και περισσότερα χρήματα για νεοσύλλεκτους που αντιπαρατίθενται στην πολεμική της μηχανή. Μέχρι στιγμής, η Αμερικανική πολιτική δείχνει να ενδιαφέρεται για την επίτευξη πιθανών μεγάλων ενεργειακών συμφωνιών με τη Ρωσία στο μέλλον. Από την πλευρά της, η ΕΕ αγωνίζεται να αυστηροποιήσει τις δικές της κυρώσεις, εν μέρει, καθώς προσκρούει σε αντιρρήσεις της Ουγγαρίας.
Δυστυχώς, μια ειρηνευτική συμφωνία με όρους αποδεκτούς από το Κίεβο έχοντας αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία φαίνεται να είναι το λιγότερο πιθανό αποτέλεσμα κατά το αμέσως προσεχές χρονικό διάστημα. Σημειώστε ότι, ακόμη και στην απίθανη περίπτωση ενός τόσο θετικού τέλους του πολέμου φέτος, η Γερμανία δεν θα ανοίξει ξανά τον αγωγό Nordstream παρά τις αντιρρήσεις της Πολωνίας, της Ουκρανίας και των χωρών της Βαλτικής. Με παρόμοιο τρόπο, η Γερμανία και η Ευρώπη θα πρέπει να αυξήσουν γρήγορα τις αμυντικές τους δαπάνες, τουλάχιστον όσο ο Πούτιν κατέχει την εξουσία στη Μόσχα.
Ποια η πιθανή αντίδραση της Ευρώπης;
Καθώς (και) στις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στο διεθνές γεωπολιτικό πεδίο, είναι -περίπου- αδύνατον να υπάρχει βεβαιότητα για το παραμικρό, και λ.χ. η περίπτωση οι ΗΠΑ σύντομα να μειώσουν ή να εγκαταλείψουν την προσπάθειά τους να μεσολαβήσουν στην επίτευξη μιας συμφωνίας, κάθε άλλο παρά αδύνατον ή ουτοπικό μπορεί να χαρακτηριστεί. Εξάλλου, προς αυτή την κατεύθυνση «δείχνουν» και σποραδικές δηλώσεις από κορυφαίους αξιωματούχους της κυβέρνησης των ΗΠΑ, όπως ο Αντιπρόεδρος, Τζει Ντι Βανς και ο Υπουργός Εξωτερικός, Μάρκο Ρούμπιο.
Ερώτημα με ξεχωριστή σημασία αναδεικνύεται και το εάν το Αμερικανικό Κογκρέσο θα εγκρίνει κάποιο ακόμη σημαντικό πακέτο στήριξης για την Ουκρανία. Προς το παρόν, αυτό δεν φαίνεται να συγκεντρώνει μεγάλες πιθανότητες, ωστόσο σίγουρη απάντηση δεν μπορεί διακινδυνευτεί. Ωστόσο, η Ουκρανία θα χρειαστεί πληροφορίες και βασικά αμερικανικά συστήματα για την εναέρια άμυνά της, προκειμένου να εξακολουθήσει να προβάλει σθεναρή αντίσταση απέναντι στην διαρκώς εντεινόμενη ρωσική επίθεση.
«Κλειδί» στις εξελίξεις ενδεχομένως να αποδειχτεί ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη αλληλεπιδρά με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, καθώς σε περίπτωση που η Ε.Ε. υποσχεθεί να καταβάλλει ένα σεβαστό χρηματικό τίμημα -υπό την μορφή εμπορικών συμφωνιών- προς τις ΗΠΑ για τη συνεχιζόμενη υποστήριξη της τελευταίας προς την Ουκρανία, τότε ενδέχεται ο Ντόναλντ Τραμπ να συμφωνήσει. Πολλώ δε μάλλον, στην περίπτωση κατά την οποία ο Αμερικανός Πρόεδρος πειστεί ότι ο Πούτιν και όχι ο Ζελένσκι εμποδίζει τις προσπάθειές του να τερματίσει τον πόλεμο.
