«Φούστα μπλούζα»

του Γιάννη Λεοντάρη

Μάλλον σε κανένα δε θα φάνηκε «περίεργη» η είδηση για τους Έλληνες δημοσιογράφους στη Νέα Υόρκη που αποφάσισαν να μεταμφιεστούν (με ή χωρίς εισαγωγικά) προκειμένου να μπορέσουν να αποσπάσουν πληροφορίες που, κατ’ εκείνους, δε θα μπορούσαν να τις αποσπάσουν υπό «φυσιολογικές» συνθήκες.

Δεν είναι μακριά άλλωστε οι εποχές του ρεπορτάζ (επίσης με ή χωρίς εισαγωγικά) από «καλωδιωμένους» δημοσιογράφους (ομοίως) που προσπαθούσαν να αποσπάσουν «πληροφορίες» και να «αποκαλύψουν» πράγματα που «αλλιώς δε θα είχαν αποκαλυφθεί».

Αυτή τη φορά 2 δημοσιογράφοι αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν κάποιους από τους παραπάνω τρόπους για να μάθουν περισσότερα από ότι, προφανώς, θα μάθαιναν μέσω του «φυσιολογικού» ρεπορτάζ. Εδώ υπάρχουν 2 παράμετροι, Η πρώτη έχει να κάνει με τη νομιμότητα, και η δεύτερη με τη δεοντολογία.

Τα θέματα που αφορούν στη νομιμότητα δε χρειάζεται να τα αναλύσουμε, καθώς ο νομοθέτης τα έχει ξεκαθαρίσει. Μεταξύ άλλων, για παράδειγμα, απαγορεύεται η βιντεοσκόπηση ή μαγνητοσκόπηση προσώπου χωρίς να το γνωρίζει και χωρίς να έχει συμφωνήσει με αυτό. Και φυσικά, εάν πράγματι ισχύει η πληροφορία ότι οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι χρέωσαν έστω και ένα ευρώ σε τρίτο πρόσωπο χωρίς αυτό να το γνωρίζει και να έχει συμφωνήσει με τη χρέωση, επίσης αυτό είναι παράνομο διότι συνιστά απάτη. Δε γνωρίζουμε εάν οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι έχουν προχωρήσει και στην τέλεση άλλων αδικημάτων, ωστόσο είναι προφανές πως κανένας δε θα έχει αντίρρηση να υποστούν τις νόμιμες συνέπειες για τα όποια αδικήματα αποδειχτούν.

Και ερχόμαστε στο θέμα της δεοντολογίας. Αυτό, παρά το γεγονός ότι οι δημοσιογραφικές ενώσεις έχουν προσπαθήσει να την κωδικοποιήσουν στα καταστατικά τους, παραμένει σε μεγάλο βαθμό κάτι το υποκειμενικό, ιδιαίτερα στις «λεπτομέρειές» του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εάν πιστέψουμε τα όσα έχουν γραφτεί (για τα οποία προσωπικά διατηρώ πολλές επιφυλάξεις, καθώς και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι δίνουν διαφορετικές εκδοχές του ίδιου γεγονότος) οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι επέλεξαν να μεταμφιεστούν προκειμένου να κάνουν ένα ρεπορτάζ που, κατά τη γνώμη τους προφανώς, δε θα μπορούσαν να το κάνουν με «κανονική» αμφίεση και με γνωστοποίηση της ταυτότητάς τους.

Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι εάν ένας δημοσιογράφος επιλέξει να φορέσει ακόμα και… «φούστα μπλούζα» για να κάνει τη δουλειά του αν κρίνει ότι αυτό είναι απαραίτητο, είναι δικαίωμά του να το κάνει ΕΦΟΣΟΝ οι ενέργειές του δε χαρακτηρίζονται παράνομες από το νόμο. Και φυσικά πολλά εξαρτώνται από το αποτέλεσμα του ρεπορτάζ. Κοινώς, από το αποτέλεσμα του ρεπορτάζ του δημοσιογράφου που χρησιμοποίησε μία μέθοδο όπως, για παράδειγμα, τη μεταμφίεση, για να μπορέσει να το κάνει, κρίνεται σε ένα βαθμό και η λογική της χρήσης των συγκεκριμένων πρακτικών. Φυσικά αυτό δε σημαίνει ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», και πάντα παραμένει η παράμετρος της νομιμότητας, ενώ επίσης και από πλευράς δεοντολογίας οι όποιες μέθοδοι κρίνονται.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ωστόσο, δε μάθαμε ποτέ τί ακριβώς ήθελαν να μάθουν οι συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι που δε θα μπορούσαν να το μάθουν με τον «φυσιολογικό» τρόπο, ώστε να είμαστε σε θέση να κρίνουμε εάν οι μέθοδοι που (με βάση πάντα όσα έχουν γραφτεί) χρησιμοποίησαν είχαν κάποια «λογική».

Θα κλείσουμε με μια μικρή αναφορά σε ένα πρόσφατο άρθρο σχετικά με τις εργασιακές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στον κλάδο των δημοσιογράφων. Είχαμε γράψει τότε πως από τη στιγμή που ο συγκεκριμένος κλάδος είναι εδώ και δεκαετίες «ξέφραγο αμπέλι» (με τη μεγαλύτερη ευθύνη να βαρύνει τους ίδιους τους δημοσιογράφους) χωρίς να υπάρχουν ακόμα και οι στοιχειώδεις κανόνες για την τέλεση του συγκεκριμένου επαγγέλματος, τότε φαινόμενα όπως αυτό, αλλά και άλλα πολύ χειρότερα, δε θα πρέπει να θεωρούνται «είδηση»…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ