«Η Εθνική Τράπεζα σήμερα, είναι μία ισχυρή κεφαλαιακά τράπεζα. Διαθέτοντας τα μεγαλύτερα αποθέματα ρευστότητας σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των Μετόχων και Πελατών της όσο και στις αναπτυξιακές και κοινωνικές ανάγκες της χώρας μας. Αλλά αυτό δεν μας εφησυχάζει. Αντίθετα μας δίνει δύναμη να πρωτοπορούμε. Υλοποιώντας ένα μακρόπνοο και φιλόδοξο στρατηγικό σχέδιο, ως Εθνική Τράπεζα, επιδιώκουμε να ισχυροποιήσουμε περαιτέρω τη φερεγγυότητα και την κεφαλαιακή μας επάρκεια» ανέφερε η πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζα Λούκα Κατσέλη, μιλώντας σε ημερίδα με θέμα «Όψεις των οικονομικών κρίσεων στην Ελλάδα και ο ρόλος της Εθνικής Τράπεζας», στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση των 175 χρόνων από την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας.
«Θέλουμε να εδραιώσουμε ακόμη περισσότερο τη θέση μας στην Ελληνική και Διεθνή αγορά μέσω καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών που να ανταποκρίνονται στο νέο ψηφιακό τραπεζικό περιβάλλον. Φιλοδοξούμε να πρωταγωνιστήσουμε στην προσπάθεια για βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας στηρίζοντας βιώσιμες, καινοτόμες και υγιείς επενδυτικές πρωτοβουλίες, αυξάνοντας ταυτόχρονα τη μακροπρόθεσμη αξία της Τράπεζας και τα οφέλη για τους Μετόχους της. Παρά τον απαιτητικό δρόμο που έχουμε να διανύσουμε, συνεχίζουμε να υπηρετούμε το τρίπτυχο ανάπτυξη – κοινωνία – πολιτισμός, που έχει συνδεθεί διαχρονικά με την πορεία της Εθνικής Τράπεζας από την ίδρυσή της έως σήμερα. Σε αυτή τη δύσκολη και απαιτητική συγκυρία, η Εθνική Τράπεζα συνεχίζει να διατηρεί ακέραιους δεσμούς εμπιστοσύνης με την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Γνωρίζουμε πολύ καλά όμως πως η παραμονή στην κορυφή απαιτεί όραμα και σχέδιο για το μέλλον, σωστή και έγκαιρη διάγνωση των προκλήσεων, μακρόπνοη στρατηγική, καινοτόμες πρωτοβουλίες. Απαιτεί πάνω απ’ όλα συνεχή αναβάθμιση της εταιρικής διακυβέρνησης, αξιοπιστία, λογοδοσία και διαρκή κινητοποίηση όλων των ανθρώπων και στελεχών της Τράπεζας», πρόσθεσε.
Ο καθηγητής Ανώτατης Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Παρισιού κ. Γεώργιος Β. Δερτιλής, σε ομιλία του με θέμα «Η φαύλη σπείρα των κρίσεων, 1824-2014: Πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις», υπογράμμισε: «Από το 1821 έωςσήμερα το ελληνικό κράτος «πτώχευσε» επτά φορές, βυθίστηκε σε αντίστοιχες κρίσεις και ζούσε σχεδόν συνεχώς υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Σε αυτούς τους δύο αιώνες η Ελλάδα έχει εμπλακεί σε τέσσερις εμφυλίους και επτάεξωτερικούς πολέμους. Οι συνθήκες και τα γεγονότα αυτάσυμπλέκονται σε μιαν αλληλουχία αιτίων και αιτιατώνπου επαναλαμβάνεται σε όλες τις πτωχεύσεις και κρίσειςτης νεοελληνικής ιστορίας. Η υπερχρέωση του κράτους, ταανεπαρκή φορολογικά έσοδα, οι πελατειακές δημόσιες δαπάνες και οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες, διαπλέκονται κάθε φορά σε έναν φαύλο κύκλο ή, ορθότερα, σε μια «φαύλη σπείρα», μια δίνη που σαν ναστροβιλίζεται γύρω από τον άξονα πτώχευση-κρίση-πόλεμος, οδηγώντας πάντα σε διεθνή δημοσιονομικόέλεγχο και ενίοτε σε αναδιάρθρωση του χρέους. Μιαδύσκολη οικονομική ανάκαμψη ενεργοποιεί, αργά ήγρήγορα, νέα δίνη δαπανών, υπερχρέωσης και κρίσης, οδηγώντας στην επόμενη πτώχευση ή στον επόμενο πόλεμο ή στα δύο».
Ο Αν. καθηγητής Οικονομικού Τμήματος Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Μιχάλης Ρηγίνος, σε ομιλία του με θέμα «Τράπεζες και Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, 1880-1940: Χρηματιστηριακά μεγέθη και συγκυρία» ανέφερε: «ΤοΧΑΑ αποτελεί τον δεύτερο μακροβιότερο οικονομικόθεσμό στην Ελλάδα μετά την Εθνική Τράπεζα τηςΕλλάδος. Στο πρώτο επίσημο δελτίο του Χρηματιστηρίου, με ημερομηνία 12 Μαΐου 1880, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αντιπροσωπευόταν με δύο τίτλους: τη μετοχή της και τις λαχειοφόρες κτηματικές ομολογίες. Η παρουσίασηαυτή, στηριζόμενη στην περιγραφή και ανάλυσηχρονολογικών σειρών που αφορούν τα σημαντικότεραχρηματιστηριακά μεγέθη, θα επιχειρήσει να καταδείξει τοειδικό βάρος που κατείχε η Εθνική Τράπεζα στιςδιαφορετικές φάσεις ανάπτυξης του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Επίσης, διαμέσου των διακυμάνσεων της τιμήςτης μετοχής στον χρηματιστηριακό πίνακα, θα παρακολουθήσουμε τη συμπεριφορά της, τόσο ως προς την οικονομική συγκυρία όσο και ως προς τους χρηματιστηριακούς κερδοσκοπικούς κύκλους: σε ποιο βαθμό η τιμή της μετοχής της Εθνικής ακολουθεί τις γενικές τάσεις του Χρηματιστηρίου και σε ποιες περιπτώσεις η πορεία της αυτονομείται. Υπενθυμίζουμε ότιη περίοδος των 60 ετών που καλύπτει η παρουσίαση αυτή,χαρακτηρίζεται από σειρά γεγονότων μείζονος σημασίας και εν πολλοίς δραματικά, όπως η πτώχευση του 1893, ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και ο ΔιεθνήςΟικονομικός Έλεγχος −ένα χρόνο αργότερα−, οι πόλεμοιτης περιόδου 1912-1922, η Μικρασιατική καταστροφή καιτο προσφυγικό ζήτημα, τέλος δε η κρίση του 1929».
Ο Ομ. καθηγητή Τμήματος Οικονομικών Επιστημών Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρόεδρος International Ethics Standards Board for Accountants κ. Σταύρος Θωμαδάκης, σε ομιλία του με θέμα «Κράτος και Τράπεζα στη μακρά διάρκεια:Ομαλότητες και κρίσεις» επεσήμανε: «Η ΕΤΕ είναι ομακροβιότερος χρηματο-οικονομικός θεσμός στη χώρα. Ιστορικά το μέγεθος και οι δραστηριότητές της τη ναναδείκνυαν σε ρυθμιστικό παράγοντα της ελληνικής μακρο-οικονομίας, ακόμη και όταν έχασε το εκδοτικό προνόμιο. Οι επιλογές και δράσεις καθώς και η σταθερότητα της ΕΤΕ δεν αντικατόπτριζαν μόνο την επίδοσή της, αλλά αποτελούσαν ρυθμιστικό παράγοντα για τη δημοσιονομική και οικονομική σταθερότητα. Επρόκειτο για μια ιστορική «συστημική τράπεζα». Από θεσμολογική οπτική, η ΕΤΕ είναι ιδιόρρυθμη λόγω της σχέσης της με το κράτος: Ιδιώτες Μέτοχοι πουδιαχειρίζονται δημόσιο αγαθό – το εκδοτικό προνόμιο, ως αρχική συνθήκη, μεγέθυνση χωρίς αύξηση της μετοχικήςβάσης, αλλά με μόχλευση, ως διαρκής συνθήκη – τύπος κεφαλαιακής διάρθρωσης. Ο συνδυασμός προϋπέθετε υβριδική εταιρική κουλτούρα με στρατηγική μείξη δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος, οικοδομημένη σειδεολογικό υπόστρωμα τραπεζικού συντηρητισμού. Εξωτερικά η σχέση κράτους και ΕΤΕ διατρέχει πολλάστάδια με αμφίδρομες επιδράσεις. Οι κρίσεις αναδεικνύουν την αλληλεξάρτηση μέσω της επιταγής ολικής διαχείρισης. Το κράτος αντιμετωπίζει την Εθνικήως δανειστή έσχατης προσφυγής. Η Εθνική αναδέχεται τορόλο, αλλά συμπεριφέρεται προς το κράτος ως εξαγωγέας νομισματικής πειθαρχίας. Αυτοί οι άξονες ορίζουν τηδιαλεκτική τους σχέση. Κατά τη μετά το 1990 περίοδο, όταν η Ελλάδα προσχωρεί στη χρηματοοικονομική παγκοσμιότητα, η θεσμολογική υφή της ΕΤΕ υφίσταταιραγδαίες μεταβολές υπό την επήρεια ενός εξυγιαντικούεκσυγχρονισμού. Ενώ στην πρώτη παγκοσμιοποίηση η Τράπεζα έβρισκε τον θεμελιώδη αυτοπροσδιορισμό της στο εκδοτικό προνόμιο, στη δεύτερη παγκοσμιοποίηση τον τοποθέτησε στις «νέες» τραπεζικές εργασίες, στην υπερεθνική εξάπλωση και στη διαπλοκή της με την κεφαλαιαγορά. Παράλληλη πορεία κατέγραψε και τοκράτος, που έγινε μείζων «πελάτης» της –παγκόσμιας πλέον– αγοράς κεφαλαίου».
Ο Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής Τομέα Ανάπτυξης & Διεθνούς Οικονομικής κ. Παναγιώτης Πετράκης, σε ομιλία του με θέμα «Ο εκσυγχρονισμός του τραπεζικού συστήματος ως μια επιτυχημένη διαρθρωτική μεταρρύθμιση. Ο ρόλος των αλλαγών στο θεσμικό και πολιτισμικό περιβάλλον», μεταξύ άλλων τόνισε: «Η μεταρρύθμιση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, η οποία συντελέστηκε κατά τιςδεκαετίες του 1980 και 1990, αποτελεί ιδιαίτερα επιτυχημένο παράδειγμα διαρθρωτικής μεταρρύθμισης. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση, η επιτυχία της οποίας βασίστηκε σε σημαντικές θεσμικές μεταβολές και σε αλλαγές στις συμπεριφορές των συνδικάτων, τωνστελεχών και των συναλλασσομένων. Με αφορμή την περίπτωση αυτή, στόχος είναι να αναδειχθεί ο ρόλος τηςσχέσης μεταξύ θεσμών και πολιτισμικού υπόβαθρου στηνεπιτυχή εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με στόχο την προσαρμογή και τη βελτίωση της θέσης των οικονομιών στην ευρύτερη οικονομική σκηνή συνήθως απαιτούν θεσμικό εκμοντερνισμό των οικονομικών φορέων, καθώς και μεταβολή των συμπεριφορών (πολιτισμικό υπόβαθρο) προς την κατεύθυνση της προώθησης της ανάπτυξης, υπό τους περιορισμούς των αναπτυξιακών δυνατοτήτων. Ωστόσο υπάρχουν κάποια κενά γνώσης σε σχέση με τις απαιτήσεις των αλλαγών του πολιτισμικού υπόβαθρουόταν οι αλλαγές αυτές σχετίζονται με τις αλλαγές στους θεσμούς. Οι κυβερνήσεις και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνονταιποια είναι η απαιτούμενη αναπτυξιακή αλλαγή τωνθεσμών και του πολιτισμικού υπόβαθρου, προκειμένου να κατανοήσουν τις απαιτήσεις των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων».
Ο Καθηγητής Δημοσίου Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Γενικός Γραμματέας ΕΕΤ κ. Χρήστος Βλ. Γκόρτσος σε ομιλία του με θέμα «Ο ρόλος του ρυθμιστικού και εποπτικού Πλαισίου λειτουργίας των τραπεζών: Επαρκεί για την πρόληψη νέων κρίσεων;» ανέφερε «Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας εκδηλώθηκαν δύο σοβαρές κρίσεις, οι οποίες επηρέασανσημαντικά το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα: η πρόσφατη(2007 -2009) διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και η τρέχουσα (από το 2010) δημοσιονομική κρίση στην ευρωζώνη. Η ρυθμιστική παρέμβαση στο τραπεζικό (και εν γένει το χρηματοπιστωτικό) σύστημα εντάθηκε έκτοτε σημαντικά, σε επίπεδο τόσο κανόνων πρόληψης όσο και διαχείρισης κρίσεων. Κρίσιμο είναι το ερώτημα αν το νέο αυτό ρυθμιστικό πλαίσιο είναι επαρκές για την πρόληψηστο μέλλον νέων κρίσεων. Ο εισηγητής τοποθετείται επί αυτού με βάση την παραδοχή ότι η αξιολόγηση κάθε ρυθμιστικού πλαισίου για την πρόληψη κρίσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα (και όχι μόνο) αποτελεί συνάρτηση τεσσάρων παραγόντων:
- της ορθότητας του περιεχομένου των κανόνων προληπτικής ρύθμισης (micro- and macro-prudential regulations),
- της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών μακρο-προληπτικής επίβλεψης (macro-prudential oversight),
- της καταλληλότητας της μικρο-προληπτικής εποπτείαςτων φορέων παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών(micro-prudential supervision) και
- της ορθής εφαρμογής των κυρώσεων σε περίπτωση διαπίστωσης παραβάσεων των κανόνων (enforcement)».

