Η αλήθεια για την ακτινοβολία των κινητών

Theodoros_Samaras_250Η “παραφιλολογία” σχετικά με τις εκπομπές ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από τα κινητά και τους σταθμούς βάσης των κινητών δικτύων εξακολουθεί να κρατεί καλά, ακόμα και ανάμεσα σε ανθρώπους με θέσεις ευθύνης οι οποίοι υποτίθεται ότι θα έπρεπε να έχουν αποκτήσει γνώση του θέματος.

Το EMEAgr απευθύνθηκε σε έναν από τους πλέον ειδικούς, τον ακτινοφυσικό Θεόδωρο Σαμαρά, που είναι καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο Πανεπιστήμιο της Μάλτας, αλλά και μέλος πολλών επιστημονικών συμβουλευτικών σωμάτων για την μη-ιοντίζουσα ακτινοβολία, μεταξύ των οποίων και η επιτροπή SCHEER που αποτελεί τον επίσημο σύμβουλο της ΕΕ σε ότι αφορά θέματα δημόσιας υγείας και περιβαλλοντικών κινδύνων.

Οι απαντήσεις του ξεκαθαρίζουν το θέμα με τον πλέον σαφή και κατανοητό τρόπο.

συνέντευξη στον Γιάννη Λεοντάρη

ΕΜΕΑgr: Είστε μέλος πολλών επιστημονικών συμβουλευτικών σωμάτων και έχετε επιλεγεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως μέλος της Επιστημονικής επιτροπής για τους ανακύπτοντες και τους πρόσφατα εντοπιζόμενους κινδύνους για την υγεία – ΕΕΑΝΚΥ (SCENIHR). Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για το έργο σας σε αυτή την επιτροπή;

Θ. Σαμαράς: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συγκεκριμένα η Γενική Διεύθυνση για την Ασφάλεια Τροφίμων και την Υγεία διαθέτει δυο επιστημονικές επιτροπές που γνωμοδοτούν σε θέματα δημόσιας υγείας, τα οποία δε σχετίζονται με τα τρόφιμα. Η επιλογή των μελών των δυο αυτών επιτροπών γίνεται με αυστηρά κριτήρια που αφορούν στην επιστημονική κατάρτιση και την έλλειψη σύγκρουσης συμφερόντων, μετά από ανοικτή πρόσκληση που συγκεντρώνει υποψηφιότητες από εκατοντάδες επιστήμονες από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Ήταν τιμή μου που υπηρέτησα ως μέλος της SCENHIR από το 2013 ως το 2016. Η επιτροπή αυτή αντικαταστάθηκε από μια νέα επιτροπή, τη SCHEER, στην αρμοδιότητα της οποίας ανήκουν πλέον και οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μου έκανε την τιμή να με επιλέξει και για τη νέα αυτή επιτροπή με θητεία από το 2016 ως το 2020. Ο ρόλος μου, όπως και των υπολοίπων μελών της επιτροπής, είναι κυρίως η εκτίμηση του κινδύνου. Όπως καταλαβαίνετε, λόγω της εξειδίκευσής μου ως Ακτινοφυσικού, ο ρόλος μου εστιάζεται κυρίως σε φυσικούς παράγοντες έκθεσης, όπως είναι και η μη-ιοντίζουσα ακτινοβολία. Μάλιστα, κατά τη θητεία μου στη SCENIHR διετέλεσα πρόεδρος της ομάδας εργασίας που γνωμοδότησε για τους πιθανούς κινδύνους στην υγεία από την έκθεση σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία.

ΕΜΕΑgr: Ποια η σχέση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας και κινητής τηλεφωνίας; Πώς διαμορφώνεται με την πρόοδο της τεχνολογίας;

Θ. Σαμαράς: Είναι γνωστό ότι η κινητή τηλεφωνία είναι μια βασική πηγή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Η ανάπτυξη των κινητών επικοινωνιών κατά τη δεκαετία του 1990 αύξησε την έκθεση όλων μας σε αυτή και έφερε μια πηγή της, το κινητό τηλέφωνο, κοντά στους ανθρώπινους ιστούς. Ωστόσο, η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη έκτοτε, με την τεράστια αύξηση των δυνατοτήτων των ασύρματων επικοινωνιών από πλευράς ποσότητας και ταχύτητας μετάδοσης της πληροφορίας, δε διαφοροποίησε ιδιαίτερα ούτε την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία στο περιβάλλον ούτε την εκπεμπόμενη ισχύ των κινητών τερματικών. Θα έλεγα μάλιστα ότι τα κινητά τηλέφωνα που λειτουργούν στα συστήματα νέας γενιάς εκπέμπουν με μικρότερη ισχύ τον περισσότερο χρόνο.

ΕΜΕΑgr: Πώς λειτουργούν τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας; Ποιες ομοιότητες και διαφορές παρουσιάζουν τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας με τη ραδιοφωνία και τους τηλεοπτικούς σταθμούς; Για ποιο λόγο τοποθετούνται οι κεραίες ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών π.χ. σε βουνά εκτός κατοικημένων περιοχών και της κινητής τηλεφωνίας εντός κατοικημένων περιοχών;

Θ. Σαμαράς: Υπάρχει μια βασική διαφορά μεταξύ των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και των συστημάτων κινητών επικοινωνιών. Συγκεκριμένα, στα δεύτερα, η επικοινωνία πρέπει να είναι αμφίδρομη. Αυτό σημαίνει ότι οι σταθμοί βάσης κινητής τηλεφωνίας πρέπει να βρίσκονται σε σχετικά κοντινή απόσταση από τα κινητά τερματικά, δηλαδή τα κινητά τηλέφωνα, ώστε να μπορούν να επικοινωνούν τα τελευταία με τους σταθμούς βάσης, χρησιμοποιώντας κατάλληλες τιμές ισχύος. Αν η απόσταση ήταν μεγάλη, ιδιαίτερα στις κατοικημένες περιοχές, όπου λαμβάνουν χώρα πολλά φυσικά φαινόμενα κατά τη διάδοση της ακτινοβολίας, τότε η ισχύς που θα έπρεπε να εκπέμπεται από τα τερματικά θα ήταν απαγορευτική, λόγω της έκθεσης που θα προκαλούσε στους χρήστες τους.

ΕΜΕΑgr: Γιατί τα δίκτυα κινητής χρησιμοποιούν πολλές και διαφορετικές κεραίες για τη λειτουργία τους;

Θ. Σαμαράς: Οι λόγοι είναι τεχνικοί. Οι διαφορετικοί τύποι κεραιών εξυπηρετούν είτε διαφορετικά συστήματα κινητών επικοινωνιών, που λειτουργούν με διαφορετικά πρωτόκολλα επικοινωνίας, είτε τη διασύνδεση μεταξύ των σταθμών βάσης. Το πλήθος των κεραιών έχει να κάνει με το τηλεπικοινωνιακό φόρτο ή, αλλιώς, την τηλεπικοινωνιακή κίνηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για διακίνηση πληροφορίας με τη μορφή φωνής ή πολυμεσικού περιεχομένου σε μια περιοχή, τόσο μεγαλύτερος πρέπει να είναι και ο αριθμός των κεραιών. Βλέπετε, κάθε σταθμός βάσης μπορεί να εξυπηρετήσει ορισμένο αριθμό συνδρομητών κάθε χρονική στιγμή.

ΕΜΕΑgr: Πότε μια κεραία και μια συσκευή εκπέμπουν λιγότερη ακτινοβολία;

Θ. Σαμαράς: Πρέπει να πω ότι δεν υπάρχει απλή τεχνική απάντηση σε μια τόσο απλή ερώτηση. Εν γένει, στα συστήματα κινητών επικοινωνιών μια κεραία εκπέμπει λιγότερη ακτινοβολία, όταν ο χώρος κάλυψής της ή ο τηλεπικοινωνιακός της φόρτος είναι μικρός. Μια συσκευή εκπέμπει μικρότερη ισχύ, ότανπιάνει καλό σήμα”, δηλαδή βρίσκεται σε σημείο καλής κάλυψης.

ΕΜΕΑgr: Πολλά ακούγονται, όμως, και για επιδράσεις στην υγεία. Ποια η άποψή σας ως μέλος της Scientific Committee on Emerging and Newly Identified Health Risks της ΕΕ (SCENIHR); Ποια η θέση των αρμόδιων διεθνών οργανισμών επί του θέματος;

Η άποψή μου είναι ότι η τήρηση των τρεχουσών οδηγιών έκθεσης σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, όπως έχουν προταθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που είναι το αρμόδιο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ικανή να διασφαλίσει τη δημόσια υγεία. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσω ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις στις ασύρματες επικοινωνίες και η διαρκής εξάπλωσή τους, απαιτούν συνεχή παρακολούθηση της διεθνούς βιβλιογραφίας και των αποτελεσμάτων των σχετικών μελετών. Την αποστολή αυτή έχει αναλάβει η SCHEER, πρώην SCENIHR, για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ώστε να γνωμοδοτήσει κατάλληλα, αν αλλάξουν τα επιστημονικά δεδομένα και παραστεί ανάγκη.

ΕΜΕΑgr: Τι ισχύει στην Ελλάδα από άποψη νομικού πλαισίου σε ό,τι αφορά στα όρια ασφαλούς έκθεσης του κοινού και πώς διασφαλίζεται η τήρησή του; Συμβαδίζει η Ελλάδα στον τομέα αυτόν με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες;

Θ. Σαμαράς: Η Ελλάδα διαθέτει πιο αυστηρά όρια έκθεσης σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία σε σχέση με πολλά κράτη-μέλη της Ε.Ε. Αρμόδια αρχή για την τήρηση αυτών των ορίων είναι η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (ΕΕΑΕ), η οποία κάνει εξαιρετική δουλειά, τόσο με δειγματοληπτικές μετρήσεις της ακτινοβολίας από συγκεκριμένους σταθμούς βάσης όσο και με τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων στο κοινό. Επίσης, εκδίδει πολύ χρήσιμο πληροφοριακό υλικό γύρω από το θέμα αυτό. Ένα σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι ότι στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί πρωτοποριακά δίκτυα συνεχούς μέτρησης, καταγραφής και δημοσιοποίησης των επιπέδων ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στο περιβάλλον, τα οποία διαχειρίζονται δημόσιοι φορείς, όπως η ΕΕΑΕ και τα πανεπιστήμια.

ΕΜΕΑgr: Ποιο το status quo στην ΕΕ και ποια τα επόμενα βήματα στην ανάπτυξη των νέων δικτύων υψηλής χωρητικότητας και υψηλών ταχυτήτων;

Θ. Σαμαράς: Στην Ε.Ε., και στην Ελλάδα, έχουν ήδη αναπτυχθεί τα δίκτυα 4G, τέταρτης γενιάς, κάποιες φορές κάνοντας χρήση του λεγόμενου “ψηφιακού μερίσματος”, δηλαδή της περιοχής του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που έμεινε κενή εφαρμογών, λόγω της μετάβασης στην ψηφιακή ραδιοτηλεόραση. Αυτή τη στιγμή γίνονται δοκιμές για την τεχνική παραμετροποίηση και την οριστικοποίηση των προδιαγραφών των δικτύων 5G, πέμπτης γενιάς, τα οποία θα προσφέρουν ακόμη μεγαλύτερες ταχύτητες. Φαίνεται ότι για τα δίκτυα αυτά θα χρησιμοποιηθούν συχνότητες, οι οποίες θα είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που είχαμε συνηθίσει μέχρι στιγμής, με αποτέλεσμα να αναμένονται και κάποιες αλλαγές, όσον αφορά στην έκθεση του πληθυσμού. Συγκεκριμένα, η ακτινοβολία που θα χρησιμοποιηθεί απορροφάται στους επιφανειακούς ιστούς, ουσιαστικά στο δέρμα, και η εκπομπή της αναμένεται να γίνεται από σταθμούς υψηλής χωρικής πυκνότητας και χαμηλής ισχύος.

ΕΜΕΑgr: Ποιοι παράγοντες εμποδίζουν την ανάπτυξη δικτύων στην Ελλάδα; Από την εμπειρία σας βλέπετε αντίστοιχες δυσκολίες σε άλλες χώρες της ΕΕ;

Θ. Σαμαράς: Ένας από τους παράγοντες είναι, σαφώς, η πρόσκτηση νέων σταθμών βάσης και η αδειοδότησή τους, όμως αντίστοιχες δυσκολίες υπάρχουν και σε άλλες χώρες της Ε.Ε. σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Ευτυχώς, η Ελλάδα δε αντιμετώπισε κατά την ανάπτυξη των δικτύων τέταρτης γενιάς τις δυσκολίες άλλων χωρών, οι οποίες είχαν επιλέξει να θέσουν πολύ αυστηρά όρια για την έκθεση σε ακτινοβολία, περισσότερο για λόγους πολιτικούς και όχι επιστημονικούς, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν σε “συμβιβασμούς”, ώστε τελικά να λειτουργήσουν τα δίκτυα αυτά. Από την άλλη, στην Ελλάδα, υπάρχει έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και τη διοίκηση, με αποτέλεσμα το ευρύ κοινό να επηρεάζεται από διάφορες γνώμες και δημοσιεύματα για τις πιθανές επιπτώσεις της ακτινοβολίας στην υγεία και να αντιδρά αρνητικά στην ανάπτυξη νέων δικτύων.

ΕΜΕΑgr: Υπάρχουν φωνές στην Ελλάδα που ζητούν συμμετοχή περισσότερων φορέων στη ρυθμιστική διαδικασία, ενώ υπάρχουν και εκείνοι που τάσσονται υπέρ μιας απλούστερης διαδικασίας αδειοδότησης των τηλεπικοινωνιακών υποδομών συνολικά. Με την εμπειρία σας ως σύμβουλος, ουσιαστικά, της Κομισιόν, ποια θεωρείτε πως πρέπει να είναι η βέλτιστη επιλογή;

Θ. Σαμαράς: Είναι κοινός τόπος ότι οι κινητές τηλεπικοινωνίες αποτελούν μοχλό της γενικότερης οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας. Η γνώμη μου είναι ότι στη ρυθμιστική διαδικασία και την αδειοδότηση των τηλεπικοινωνιακών υποδομών, τα σημαντικότερα σημεία είναι η διασφάλιση της δημόσιας υγείας, η προστασία του περιβάλλοντος, του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών και του υγιούς οικονομικού ανταγωνισμού. Πιστεύω ότι οι διαδικασίες μπορούν να γίνουν απλούστερες και η δημόσια διοίκηση να διατηρήσει για τον εαυτό της τον επιτελικό ρόλο του ελεγκτή, τον οποίο μέχρι στιγμής παίζει εξαιρετικά, αφού έχει διαθέτει ήδη την κατάλληλη εργαλειοθήκη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ