“Tech Boom and Bust”: Πότε θα σκάσει επόμενη χρηματιστηριακή “φούσκα”;

Κάθε μια δεκαετία κατά μέσο όρο, οι παγκόσμιες αγορές αναβιώνουν μια παρόμοια ιστορία. Αυτό που συνηθίζεται να αποκαλούμε “χρηματιστηριακή φούσκα“, φουντώνει και ξαφνικά “σκάει” με εκατομμύρια επενδυτές να μένουν χρεωμένοι λόγω κάποιας χρηματιστηριακής “καυτής πατάτας”.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η μανία ήταν για τις “nifty 50”, δηλαδή τις 50 πιο πετυχημένες αμερικανικές εταιρείες όπως η Disney και η McDonald’s, οι οποίες τότε ήταν οι χρυσές επενδυτικές ευκαιρίες αυτής της δεκαετίας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η προσοχή των επενδυτών στόχευε  τους φυσικούς πόρους. Με “σίγουρες επενδύσεις” να είναι ο χρυσός και το πετρέλαιο. Στα τέλη της δεκαετίας όμως η “φούσκα” έσκασε λόγω της πετρελαϊκής κρίσης, με καταστροφικές συνέπειες τόσο γεωπολιτικά, όσο και στην παγκόσμια αγορά. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η “φούσκα” στηρίχθηκε στα χρηματιστήρια της  Ιαπωνίας, και στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν το γνωστό στους περισσότερους “dot-com boom”, που “έσκασε” στις αρχές του 2000.

Την τελευταία δεκαετία, οι επενδυτές με μανία επένδυαν στα γνωστά CDOs που αφετηρία είχαν τα στεγαστικά δάνεια καθώς και σε μεγάλες αναδυόμενες αγορές από τη Βραζιλία ως τη Ρωσία. Ξανά το αποτέλεσμα ήταν παρόμοιο με τις προηγούμενες χρηματιστηριακές “φούσκες”. Εκατομμύρια επενδυτές είχαν ακόμη τα εν λόγω ομόλογα όταν η φούσκα έσκασε, με τα γνωστά σε όλους μας πλέον αποτελέσματα.

Στις μέρες μας η επενδυτική μανία για τις εταιρείες τεχνολογίας, αναζωπυρώνεται. Οι επενδυτές διαθέτουν δισεκατομμύρια κεφάλαια σε IPOs και φαίνεται να ξέχασαν την παρόμοια “φούσκα” του 1990-2000 ρισκάροντας ξανά και εθελοτυφλώντας μπροστά στον κίνδυνο τέτοιων κινήσεων.

Οι μη κερδοφόρες και νεοσύστατες τότε επιχειρήσεις που καταστράφηκαν κατά τη συντριβή της “dot-com” – “φούσκας”,  έχουν πλέον εδραιωθεί σε ένα τεχνολογικό ολιγοπώλιο με ηγέτιδες εταιρείες όπως η Google και η Apple. Αυτοί οι τεχνολογικοί γίγαντες οδηγούν πλέον την αγορά με δισεκατομμύρια πραγματικά κέρδη τόσο για τους ίδιους, όσο και τους επενδυτές που επιλέγουν να τους “αγοράσουν” στα διεθνή χρηματιστήρια. Το πρόβλημα όμως έγκειται στο γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία αυξάνονται ανησυχητικά  τα σημάδια μιας παράλογης τεχνολογικής επενδυτικής ευφορίας.

Οι “pitchmen” πλέον συνδυάζουν επενδύσεις με πολύ διαφορετικές προοπτικές σε ένα ενιαίο πακέτο. Την τελευταία δεκαετία συνδύασαν τη Βραζιλία, τη Ρωσία, την Ινδία και την Κίνα για να την πουλήσουν ως BRIC. Πλέον, συσκευάζουν το Facebook, το Amazon, το Netflix και την Google ως FANG.  Σε παρόμοιο επενδυτικό πακέτο συνδυάζουν την Alphabet, την Apple και τη Microsoft για να κάνουν το FAAMA. Άλλοι “pitchmen” υποκινούν τις πιο καυτές εταιρείες τεχνολογίας στην Κίνα ως ΒΑΤ, αρχικά για την Baidu, την Alibaba και την Tencent.

Όποια και αν είναι η εταιρική σύνθεση, η μανία του ακρωνυμίου είναι σημάδι ευρηματικής σκέψης.

Στις μέρες μας, επτά από τις 10 πολυτιμότερες εταιρείες παγκοσμίως είναι στον τομέα της τεχνολογίας, γεγονός που θυμίζει 1999. Καθώς η αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά συνεχίζει να φτάνει σε νέα υψηλά επίπεδα -παρόλο που ο Dow Jones έπεσε 22.000 αυτή την εβδομάδα – τα κέρδη συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο στις μετοχές των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών. Οι χρηματιστές δηλώνουν πως πλέον είναι αναπόφευκτο ότι η Apple θα γίνει η πρώτη εταιρεία αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Αυτό όμως θυμίζει την εποχή «dot-com», όταν παρακολουθούσαμε την άνοδο των μεγάλων εταιρειών που έθεσαν τις βάσεις του διαδικτύου – συμπεριλαμβανομένων της  Dell, της Microsoft, της Cisco, της IBM και της Intel – και των εκατοντάδων νεοσύστατων επιχειρήσεων που υποσχέθηκαν να αξιοποιήσουν τις επαναστατικές δυνατότητές του διαδικτύου.

Στις μέρες μας η τεχνολογική έκρηξη στερείται δημοφιλούς ονόματος επειδή οι τεχνολογικές καινοτομίες – από το διαδίκτυο, μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και τις έξυπνες μηχανές – είναι εκτεταμένες και δύσκολο να επισημανθούν σε ένα ενιαίο χρηματιστηριακό όνομα. Εάν υπάρχει ένα μόνο σημείο που θα μπορούσε να στηριχτεί το όνομα της τρέχουσας “φούσκας”, είναι η γρήγοροι ρυθμοί επεξεργασίας με την οποία αξιοποιούνται δεδομένα, τα οποία ο ιδρυτής της Alibaba, Jack Ma, αποκαλεί “ηλεκτρισμό του 21ου αιώνα”.

Ο ενθουσιασμός της αγοράς για αυθεντικές τεχνολογικές καινοτομίες εισέρχεται στη μανιακή φάση όταν οι τιμές των μετοχών αυξάνονται ταχύτερα από ό,τι δικαιολογείται από την υπάρχουσα οικονομική ανάπτυξη. Από την κρίση του 2008, η οικονομία των ΗΠΑ έχει ανακάμψει με ρυθμό περίπου 2%, περίπου το ήμισυ του ρυθμού που παρατηρήθηκε τον περασμένο αιώνα. Οι τομείς ανάπτυξης είναι περιορισμένοι σε αυτό το περιβάλλον. Το πετρέλαιο δεν είναι πολύ αξιόπιστο, με τις τιμές να υποβαθμίζονται, ενώ οι ρυθμιστικές αρχές αναγκάζουν τις τράπεζες να κρατούν χαμηλούς τόνους, σε μια αγορά που ακόμη έχει πολλές “τρύπες” οι οποίες ανά πάσα στιγμή μπορεί να κάνουν μεγάλη ζημιά. Ωστόσο παρόμοια με το 1999, η τεχνολογία για ακόμη μια φορά θεωρείται το καλύτερο “επενδυτικό πάρτι στην πόλη”.

Όμως, είναι αλήθεια ότι οι σημερινές τιμές δεν είναι τόσο υπερβολικά υπερτιμημένες όπως το 1999. Οι μεγάλες μετοχές τεχνολογίας αυξήθηκαν κατά 350% τη δεκαετία αυτή. Μόνο μερικές τεχνολογικές εταιρείες – κυρίως οι γίγαντες του διαδικτύου διαπραγματεύονται κοντά στα νούμερα  της “dot-com” εποχής.

Ωστόσο, η κλίμακα της σημερινής τεχνολογικής άνθισης δεν είναι άμεσα ορατή, επειδή μεγάλο μέρος της επενδυτικής δράσης έχει μεταφερθεί στα χέρια μεγάλων ιδιωτικών παικτών. Το 1999, περίπου 550 νεοσύστατες επιχειρήσεις εισήχθησαν στο αμερικανικό χρηματιστήριο και αφού πολλές από αυτές καταστράφηκαν, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να εφαρμόσει  αυστηρότερες ρυθμίσεις. Για να αποφευχθεί αυτό το σενάριο, φέτος μόνο 11 εταιρείες τεχνολογίας έχουν εισαχθεί στα χρηματιστήρια.

Πολλές όμως από αυτές που δεν εισήχθησαν στα χρηματιστήρια συγκεντρώνουν χρήματα μέσω ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων (funds). Οι επενδυτές δαπανούν πάνω από 60 δισεκατομμύρια δολάρια στον τομέα της τεχνολογίας κάθε χρόνο, τα τελευταία τρία χρόνια – οι υψηλότερες επενδύσεις από την αρχή του 2000 – και οι επενδυτές ιδιωτικών μετοχών λένε ότι αυτός είναι ο καλύτερος χρόνος για να συγκεντρωθούν χρήματα από τις τεχνολογικές εταιρείες.

Αυτά τα νέα ιδιωτικά κανάλια χρηματοδότησης δημιουργούν  εταιρείες που δεν έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο, αλλά η αξία τους εκτιμάτε σε 1 δισεκατομμύριο δολάρια ή περισσότερο. Τέτοιου είδους εταιρείες δεν  υπήρχαν το 1999. Τώρα υπάρχουν πάνω από 260 σε όλο τον κόσμο, με τις εταιρείες τεχνολογίας να κυριαρχούν στον κατάλογο.

Τι θα γίνει όμως αν αυτές οι εταιρείες
αρχίσουν να αποτυγχάνουν;

Στο σενάριο αυτό, δεδομένου της σύγχυσης που θα επικρατήσει, οι εταιρείες που έχουν πάρει IPO  δεν θα καταφέρουν να σώσουν τις μικρές νεοφυείς επιχειρήσεις εκτός χρηματιστηρίων, με αποτέλεσμα τα επενδυόμενα κεφάλαια να χαθούν ρισκάροντας έτσι να “σκάσει” και αυτή η τεχνολογική φούσκα. 

Αν η ελεύθερη αγορά μας δίδαξε κάτι μέχρι τώρα, είναι πως για ένα μόνο μπορούμε να είμαστε σίγουροι: ότι  δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε το τέλος της κάθε φούσκας. Γιατί η ψυχολογία της αγοράς είναι παρόμοια με εκείνη ενός κοπαδιού που όταν ακούσει ένα δυνατό “μπαμ”  αρχίζει να τρέχει πανικόβλητο προς κάθε κατεύθυνση. Παρόμοια και οι επενδυτές μόλις ακούσουν ότι η φούσκα σκάει θα αρχίσουν να πουλάνε άρον-άρον, όπως γίνεται κάθε φορά.  

Υπάρχουν τρία σημεία που πρέπει να προσέξουμε:

Πρώτον: είναι η έλλειψη επαρκής ρύθμισης της αγοράς. Η υπάρχουσα νομοθεσία, σύμφωνα με νομπελίστες οικονομολόγους, ακόμη και μετά τις νέες ρυθμίσεις της FED δεν επαρκεί για να ρυθμίσει τα αδύνατα σημεία της αγοράς.  Οι τεχνολογικοί γίγαντες θεωρούνται σήμερα πως μονοπωλούν τόσο την έρευνα όσο και το εμπόριο στο διαδίκτυο και επιχειρούν να καταλάβουν βιομηχανίες όπως οι εκδώσεις και οι παραγωγή οχημάτων, γεγονός για το οποίο χτυπάνε πολλά καμπανάκια στους αντιμονοπωλιακούς οργανισμούς στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο φόβος ότι οι νέες τεχνολογίες του διαδικτύου δεν κάνουν τίποτα για να αυξήσουν την παραγωγικότητα, αντιθέτως εστιάζουν σε προϊόντα τα οποία απλά προσφέρουν στους καταναλωτές τρόπους να σπαταλούν  τον χρόνο τους, όπως παιχνίδια και άσκοπα apps (snapchat κλπ), επαληθεύεται στην Ασία όπου οι αρχές ασκούν κριτική στο online gaming  χαρακτηρίζοντάς το “ηλεκτρονική ηρωίνη” .

Επομένως ένα ρυθμιστικό πλαίσιο των τεχνολογικών κολοσσών , είτε πρόκειται για μονοπώλια είτε για προϊόντα που καταστρέφουν της παραγωγικότητα, θα μπορούσε να μειώσει τους κινδύνους, αλλά και να αναδείξει τον παραγωγικό χαρακτήρα των tech companies.

Το δεύτερο σημείο που αξίζει να σταθούμε είναι το εξής:  Επιστρέφοντας στις μετοχές των “nifty 50” της δεκαετίας του 1960, παρατηρούμε ότι σχεδόν όλες οι μεγάλες μανίες της αγοράς έληγαν όταν οι κεντρικές τράπεζες άρχισαν να σφίγγουν τη νομισματική πολιτική και πολλοί άνθρωποι που είχαν δανειστεί για να μπουν στο παιχνίδι βρέθηκαν σε δύσκολη οικονομική θέση.

Η “φούσκα dot-com” κορυφώθηκε το 2000, αφού η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED)αύξησε αρκετές φορές τα επιτόκια. Η σημερινή τεχνολογική έκρηξη ενδέχεται να κινδυνέψει στην περίπτωση που  η αύξηση του πληθωρισμού αναγκάσει την FED να αυξήσει τα επιτόκια πέρα ​​από τη μέτρια άνοδο που αναμένει σήμερα η αγορά. Σε αυτή την περίπτωση ο δανεισμός που ήδη είναι φειδωλός, θα γίνει ακόμη πιο δύσκολος με συνέπειες σε όλους τους τομείς της αγοράς. Αυτό το πιθανό σενάριο θα θέσει σε κίνδυνο τις επενδύσεις στις τεχνολογικές εταιρείες με την πλέον πιθανή συνέπεια να είναι το γνωστό σε όλους μας “boom and bust”.

Τέλος, αξίζει να προσέξουμε ότι τα κέρδη από την τεχνολογία έχουν αρχίσει να μην ανταποκρίνονται στις προβλέψεις των αναλυτών. Το “boom” της “dot-com” προκλήθηκε εν μέρει από τις ολοένα και πιο αισιόδοξες προβλέψεις για τα κέρδη της τεχνολογίας των εταιρειών και κατέρρευσε όταν τα κέρδη άρχισαν να μειώνονται δραματικά. Οι επενδυτές συνειδητοποίησαν ότι οι προσδοκίες τους σχετικά με τα κέρδη από την επανάσταση στο διαδίκτυο είχαν γίνει εξωπραγματικές. Παρόμοια, σήμερα τα κέρδη από τις τεχνολογικές καινοτομίες δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα στους χρόνους που οι προβλέψεις ήθελαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι  οι space tech startups. Οι προσδοκίες σε αυτόν τον τομέα δεν έχουν αρχίσει ακόμη να αποφέρουν κέρδη στους επενδυτές.

Κλείνοντας αξίζει να σημειώσουμε πως η ρευστή κατάσταση της αγοράς δεν μπορεί να μας δώσει αξιόπιστα στοιχεία για το πώς , το που και κυρίως το πότε η “φούσκα” αυτή θα σκάσει. Όπως και την περίοδο του  “dot-com”, συνειδητοποιούμε πως βιώνουμε την περίοδο του τεχνολογικού “boom”, αγνοούμε όμως επικίνδυνα αφενός να δούμε και αφετέρου να αρχίσουμε να οργανωνόμαστε για το μεγάλο “bust”.

Γιατί όπως και σε κάθε χρηματιστηριακή “φούσκα” του παρελθόντος έτσι και τώρα το παιχνίδι του “boom and bust” είναι κοντά.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ