H Apple συνεχίζει να επενδύει στην τεχνολογία αιχμής και μετά τα 200 εκατ. δολάρια που επένδυσε στην Corning από το διαθέσιμο επενδυτικό της πλάνο του 1 δισ. δολαρίων, έδωσε 390 εκατ. δολάρια για την εξαγορά της Finisar, εταιρείας με έδρα την Καλιφόρνια που εξειδικεύεται στον σχεδιασμό και την παραγωγή vertical-cavity surface-emitting lasers (laser ανάκλασης σε επιφάνεια με κάθετη κοιλότητα) VCSELs.
Στην ουσία τα VCSELs είναι κυκλώματα που επιτρέπουν στο face id να λειτουργεί με τον τρόπο που το κάνει, χρησιμοποιώντας ολοκληρωμένα κυκλώματα αισθητήρων βάθους και απόστασης. Η τεχνολογία αυτή χρησιμοποιείται εκτός από το face id και στα AirPods για έλεγχο της απόστασης.
Η Finisar και η Lumentum ήταν οι δύο βασικοί προμηθευτές VCSEL για την TrueDepth κάμερα του iPhone X, ωστόσο τα προβλήματα παράδοσης των εξαρτημάτων, ήταν αυτά που οδήγησαν στις καθυστερήσεις των πρώτων ημερών για το iPhone X και ο λόγος για πολλά αρνητικά δημοσιεύματα για την Apple.
H Finisar θα χρησιμοποιήσει τα κεφάλαια της Apple για να ανοίξει πάλι το 65.000 τμ εργοστάσιο της που είχε κλείσει το 2012, ελπίζοντας με τη βοήθεια της Apple να γίνει η περιοχή το αντίστοιχο της Silicon Valley για την τεχνολογία VCSEL, με πάνω από 500 νέες θέσεις εργασίας υψηλής τεχνολογίας και μισθολόγιο που αναμένεται να ξεπεράσει τα 65 εκατ. δολάρια. Το εργοστάσιο υπολογίζεται ότι θα φτάσει σε πλήρη παραγωγή στα τέλη του 2018.
Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά για την Apple;
Εκτός από τα προφανή κέρδη που θα επιτρέψουν στην Apple να αναπτύξει και να τελειοποιήσει μια τεχνολογία η οποία θα αποτελέσει την αιχμή του δόρατος στα επόμενα σχέδια της, τα οποία περιλαμβάνουν μεγάλες δόσεις επαυξημένης πραγματικότητας, η Apple θα μπορέσει να απαντήσει και στην Huawei, όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό.
Ο κινέζικος κολοσσός πρόσφατα ανακοίνωσε, πως το νέο της τηλέφωνο (που δεν ανήκει καν στην περιορισμένη κατηγορία των flagships) θα έχει αντίστοιχη τεχνολογία με το face id και μάλιστα με δεκαπλάσιες δυνατότητες από αυτό της Apple. Οι 300.000 laser κουκκίδες αναγνώρισης χαρακτηριστικών έναντι 30.000 της Apple σε μια συσκευή με το 1/3 περίπου του κόστους, έκρυψε τα χαμόγελα στο στρατόπεδο της εταιρείας του Κουπερτίνο. Η απόκτηση και η επένδυση σε εταιρεία που φτιάχνει αυτά τα συστήματα, θα βοηθήσει την Apple να μην μείνει γρήγορα πίσω σε μια τεχνολογία που η ίδια παρουσίασε πρώτη πριν μόλις 3 μήνες.
Ούτε αυτό όμως είναι η πραγματική αιτία πίσω από την εξαγορά αυτή.
Ο ένας λόγος που η Apple μπαίνει σε αυτό το “παιχνίδι” είναι η ανάγκη της αγοράς να δει τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογία να ”γυρίζουν” με κάποιο τρόπο τους τεράστιους τζίρους τους, δημιουργώντας νέες εταιρείες, ανοίγοντας θέσεις εργασίας υψηλά καταρτισμένων υπαλλήλων και επενδύοντας στην ανάπτυξη, ωφελώντας την γενικότερη οικονομία.
Ο δεύτερος είναι μια διαφαινόμενη τάση για επενδύσεις σε ένα μετά-smartphone κόσμο. Η ολοένα αυξανόμενη τάση είναι η εξέλιξη από τα smartphones σε φωνητικές εντολές προς ψηφιακούς βοηθούς, ένας τομέας που η Apple μένει όλο και πιο πίσω σε σχέση με τις υλοποιήσεις της Google και της Amazon. Σε αυτό το πλαίσιο έγινε η εξαγορά της Shazam πριν μερικές μέρες, για να μπορέσει να δώσει στη Siri τα όπλα να αντιμετωπίσει τους δύο μεγάλους ανταγωνιστές της.
Οι φόβοι των επενδυτών είναι πως η Apple έχει δώσει πολύ μεγάλο βάρος στο hardware με το συντριπτικό ποσοστό των πωλήσεων της να προέρχεται από το iPhone και έχει παραμελήσει το software. Οι εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης αυξάνονται συνέχεια και η Apple δεν έχει κάνει καμία κίνηση για να προλάβει το τραίνο της εξέλιξης των τάσεων των καταναλωτών.
Με τις εξαγορές των τελευταίων αγορών και την ανάπτυξη εφαρμογών επαυξημένης πραγματικότητας, η Apple ποντάρει ακριβώς πάνω σε αυτό.
