Πάνω από τα μισά κέρδη των επιχειρήσεων τα πήρε η εφορία τα τελευταία 3 χρόνια

Σύμφωνα με μελέτη της Grant Thorton που παρουσιάστηκε στο περιθώριο της βράβευσης των καλύτερων ελληνικών επιχειρήσεων σε συνεργασία με την Eurobank, η ελληνική επιχειρηματικότητα σηκώνει το βαρύ φορτίο της φορολογίας στη χώρα.

Από τα στοιχεία 8.000 επιχειρήσεων σε 92 κλάδους της οικονομίας, στο χρονικό διάστημα 2010-2016, προκύπτει πως το 10% των επιχειρήσεων καταβάλει το 84% τον συνολικών φόρων. 

Αυτός είναι ο ένας λόγος για την μη προσέλκυση ξένων επενδύσεων στην χώρα, αφού παρά την ανάκαμψη που παρουσιάστηκε το 2016 σε σχέση με το 2015, αυτή δεν ήταν αρκετή να ενισχύσει την εικόνα των επιχειρήσεων, αφού , η περιουσία των υπό εξέταση εταιρειών αυξήθηκε μόλις κατά 1,3%. Το ίδιο διάστημα οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 2% και τα κέρδη πριν από φόρους κατά 63%.

Παρά τη διαφαινόμενη σταθεροποίηση, ωστόσο, σημαντικά υψηλό που φθάνει στο 50% –δηλαδή μία στις δύο– είναι το ποσοστό των επιχειρήσεων που χαρακτηρίζονται από χαμηλή ανάπτυξη και υψηλό δανεισμό. Πρόκειται για 4.000 επιχειρήσεις από τις 8.000, οι οποίες έχουν ανάγκη βιώσιμες αναδιαρθρώσεις, αλλά και χρηματοδοτικές ανάγκες που υπολογίζονται στα 16 δισ. ευρώ. Πρόκειται για επιχειρήσεις (gloomers), οι οποίες τη διετία 2015-2016 παρουσίασαν πτώση των πωλήσεων κατά 13%, οριακό περιθώριο EBITDA (1,8%) με καθαρές ζημίες και υψηλές υποχρεώσεις σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια (4 προς 1).
 
Στον αντίποδα, 1.520 επιχειρήσεις (19% του συνόλου), αποτελούν πρότυπο ανάπτυξης (illuminators) της ελληνικής επιχειρηματικότητας, καθώς χαρακτηρίζονται από ανάπτυξη με παράλληλη υγιή χρηματοοικονομική βάση, δηλαδή χαμηλό δανεισμό. Σύμφωνα με την ανάλυση της Grant Thornton, οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ανεκμετάλλευτη δυναμικότητα, καθώς όχι μόνο πέτυχαν αύξηση των πωλήσεων κατά 19% και αύξηση της καθαρής κερδοφορίας τους κατά 70% τα δύο τελευταία χρόνια, αλλά επιπλέον διαθέτουν 5,6 ευρώ διαθέσιμα και θα μπορούσαν δυνητικά να αντλήσουν κεφάλαια 19 δισ. ευρώ.
 
Χαρακτηριστικά ανάπτυξης, αλλά με ασθενή χρηματοοικονομική θέση, που τις καθιστά και στόχους επενδυτικού ενδιαφέροντος, παρουσιάζει το 12% των επιχειρήσεων του δείγματος. Πρόκειται για 960 επιχειρήσεις (spotlighters), που εμφανίζουν αύξηση πωλήσεων κατά 25% και αύξηση EBITDA κατά 59% τα δύο τελευταία χρόνια, αλλά η σχέση υποχρεώσεων προς ίδια κεφάλαια είναι 1,5 προς 1 και το περιθώριο καθαρής κερδοφορίας οριακό, στο 0,4%.
Ως εν δυνάμει επενδυτές θα μπορούσαν, τέλος, να λειτουργήσουν οι επιχειρήσεις που έχουν υγιή χρηματοοικονομική βάση, με περί τα 6,3 δισ. ευρώ διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά χαρακτηρίζονται από χαμηλή ανάπτυξη. Πρόκειται για 1.520 επιχειρήσεις (19% του συνόλου) –moonlighters– που παρουσίασαν μείωση των πωλήσεών τους κατά 9% και χαμηλό περιθώριο κερδοφορίας (3%) τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά διαθέτοντας χαμηλό δανεισμό μπορούν δυνητικά να αντλήσουν 17 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Grant Thornton, το πιο υγιές κομμάτι της επιχειρηματικότητας, που προσδιορίζεται στο 48% των επιχειρήσεων, έχει ρευστά διαθέσιμα 12 δισ. ευρώ και μία στις δύο χαμηλό δανεισμό, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα άντλησης δανειακών κεφαλαίων ύψους 39 δισ. ευρώ. Από την άλλη, οι ανάγκες χρηματοδότησης του 47% των επιχειρήσεων που είναι στον αντίποδα υπολογίζονται στα 27 δισ. ευρώ. Μεταξύ αυτών που έχουν υψηλές χρηματοδοτικές ανάγκες προκειμένου να συνεχίσουν να λειτουργούν, μία στις τρεις έχει χρηματοοικονομικά έξοδα μεγαλύτερα από τη λειτουργική της κερδοφορία, μία στις τέσσερις έχει αρνητικά κεφάλαια κίνησης και μία στις οκτώ δανεισμό υψηλότερο από τις συνολικές πωλήσεις της.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ