Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ήταν η πρώτη ημέρα του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. Η επικεφαλής του εποπτικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ντανιέλ Νουί, στην εναρκτήρια ομιλία της χαρακτήρισε «ειδική» την κατάσταση των ελληνικών τραπεζών.
«Η χώρα βρίσκεται σε πρόγραμμα, έχει ακόμη capital controls, κάτι που αποτελεί πληγή για αυτές. Σε αυτό τις βοήθησε βέβαια η έκτακτη βοήθεια ρευστότητας της ΕΚΤ. Το πρόγραμμα λήγει τον Αύγουστο, οπότε και αναμένουμε σταδιακή χαλάρωση ή και άρση των capital controls.»
Παρατηρείται, όμως, πρόσθεσε, όχι μόνο βελτίωση των συνθηκών αλλά και μεγάλη πρόοδος των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις, με μεγαλύτερη αυτή των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αναγνώρισε ότι οι τράπεζες έχουν συγκεντρώσει κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας και έχουν σταθεροποιήσει τη χρηματοδότησή τους.
«Οι τράπεζες δεν αναζητούν πλέον χρηματοδότηση από την κεντρική τράπεζα, αλλά από τις αγορές. Οι καταθέτες, για παράδειγμα, έχουν αρχίσει να επιστρέφουν. Και μετά την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, πιθανώς να έχουν ακόμη περισσότερα κίνητρα να πραγματοποιούν καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες», σημείωσε η κυρία Νουί.
Στη συνέχεια έθεσε ως πρωτεύων ζήτημα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, γιατί εμποδίζει τις τράπεζες από το να διαθέτουν πόρους σε πιο παραγωγικές δραστηριότητες και να στηρίζουν την πραγματική οικονομία.
«Φέτος η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή θα κάνει stress test και θα ελέγξει την ανθεκτικότητα 37 τραπεζών μεταξύ των οποίων και τέσσερις ελληνικές. Τα αποτελέσματα αναμένονται το Μάιο για τις ελληνικές τράπεζες, πριν λήξει το πρόγραμμα της Ελλάδας δηλαδή. Δεν υπάρχουν εύκολες εποχές για τις τράπεζες αλλά οι συνθήκες είναι τώρα ευνοϊκές για την αντιμετώπισή των προβλημάτων τους. Οι Ελληνικές τράπεζες ασθένησαν και μπήκαν στην εντατική, αλλά σιγά σιγά επανακάμπτουν.» κατέληξε η Ντανιέλ Νουί.
Ο πρόεδρος της Eurobank και της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών Νίκος Καραμούζης, από την πλευρά του, ανέφερε ότι οι βασικές προκλήσεις είναι η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, η ύπαρξη ισχυρών τραπεζών με ρευστότητα και η αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, των οποίων ο μέσος όρος στην Ευρώπη δεν ξεπερνά το 5,5%. Πάντως, σε σχέση με το 2015, οι μακροοικονομικές προοπτικές και η κεφαλαιακή θέση των τραπεζών έχουν βελτιωθεί, όπως ανέφερε. Σημείωσε ότι το ύψος του ανώτατου ορίου παροχής έκτακτης ενίσχυσης (ELA) ανερχόταν, τον Ιούνιο του 2015, σε 86 δισ. ευρώ, ενώ σήμερα είναι 16 δισ. ευρώ.
Επιπρόσθετα, όπως είπε, οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν αξιοσημείωτα κέρδη προ προβλέψεων, περίπου 4 δισ. ευρώ, διαθέτοντας, σε τριετή βάση επιπλέον “μαξιλάρι ρευστότητας” 12 δισ. ευρώ.Αναφέρθηκε ακόμη στον μετασχηματισμό που συντελείται στις ελληνικές τράπεζες λόγω της τεχνολογίας, με μόλις το 26% των συναλλαγών να πραγματοποιείται μέσω των υποκαταστημάτων
Ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας και πρόεδρος της Postbank Βουλγαρίας, Γιώργος Προβόπουλος, αναφερόμενος στην κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας, σημείωσε ότι το Brexit δεν έχει προκαλέσει ζημιά στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Όπως σημείωσε, η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται στα επίπεδα του 2008, οι απώλειες, που υπήρξαν λόγω κρίσης, έχουν σήμερα ανακτηθεί, η αύξηση της απασχόλησης στηρίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και την ιδιωτική κατανάλωση που υποστηρίζεται από τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού.
Ωστόσο, παρά τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη και την μείωση του παραγωγικού κενού, όπως είπε, ο πληθωρισμός κινείται χαμηλότερα-μεταξύ 1,3 και 1,5%- από το στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου σημείωσε ότι η ελληνική οικονομία ανέκαμψε το 2017, οπότε το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε. Επίσης, οι δείκτες οικονομικής εμπιστοσύνης και μεταποίησης εμφάνισαν σημαντική βελτίωση. Χαρακτήρισε ως πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι πλειστηριασμοί που πραγματοποιήθηκαν, προχθές, πρώτη φορά μέσω ηλεκτρονικού συστήματος, στέφθηκαν με επιτυχία, στέλνοντας το μήνυμα ότι βελτιώνεται η πιστωτική κουλτούρα στην Ελλάδα. Πρώτη φορά, όπως είπε, οι ελληνικές τράπεζες αντιμετωπίζουν ένα θετικό μακροοικονομικό περιβάλλον, ενώ αποτελεί σηματωρό το γεγονός ότι το 2017 οι ελληνικές τράπεζες εξέδωσαν ομόλογα από το 2014.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Τραπεζιτών στην Μεγάλη Βρετανία Αντώνης Ντατζόπουλος σημείωσε ότι η επενδυτική κοινότητα αναμένει το νέο πλαίσιο που θα διαμορφωθεί στην ελληνική οικονομία μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι η Ελλάδα αποτελεί μία ενδιαφέρουσα αγορά για τις κεφαλαιαγορές. Ο φόβος του Grexit έχει ελαχιστοποιηθεί και οι επενδυτές πιστεύουν ότι στην Ελλάδα θα υιοθετηθεί το μοντέλο που ακολουθήθηκε σε Κύπρο και Πορτογαλία.