Οι διαδρομές δύο εκ των μεγαλύτερων επενδυτικών τραπεζών στην Ευρώπη είναι αντίθετες στην αμερικανική αγορά αφού τα έσοδα από τις συναλλαγές υποχώρησαν κατά 17% στην Deutsche Bank κατά το πρώτο τρίμηνο και στη Barclays αυξήθηκαν κατά 8%. Η γερμανική τράπεζα άφησε να εννοηθεί πως θα αναδιαρθρώσει την παρουσία της στην Wall Street ενώ η εκ Βρετανίας «ανταγωνίστρια» της καυχιέται για αποτελέσματα που ήταν «πάνω από τα διπλάσια του μέσου όρου των αμερικανικών τραπεζών».
“Έχουμε κερδίσει σαφώς μερίδιο αγοράς στην αγορά των επιχειρήσεων”, δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Barclays Jes Staley σε συνέντευξή του στο Bloomberg TV. “Είναι ένα από τα πιο κερδοφόρα τρίμηνα που είχαμε στην εταιρική και επενδυτική τραπεζική.”
Και οι δύο εταιρείες έχουν υποστεί αναμορφώσεις και αναστροφές στρατηγικής λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης καθώς αγωνίστηκαν να προσαρμόσουν τις επενδυτικές τους τράπεζες σε μια εποχή πιο σκληρής ρύθμισης και χαμηλότερης ανάληψης κινδύνων. Αυτή η ένταση οδήγησε στην απόσυρση του John Cryan ως CEO της Deutsche Bank αυτό το μήνα και την εγκατάσταση του βετεράνου λιανικής τραπεζικής Christian Sewing, ο οποίος αποκαθιστά τις παγκόσμιες φιλοδοξίες της εταιρείας. Αντίθετα, ο J. Staley βλέπει τα αποτελέσματα αυτού του τριμήνου ως δικαίωση ενός επιχειρηματικού μοντέλου το οποίο έχει επανειλημμένα υπερασπιστεί , παρόλο που συχνά δεν απέδιδε τα αναμενόμενα.
“Θυμίζει την ‘Ιστορία δύο.. Τραπεζών’ στην ευρωπαϊκή επενδυτική τραπεζική δήλωσε ο Gildas Surry, ο οποίος βοηθά στην επίβλεψη 1,3 δισ. Ευρώ στην Axiom Alternative Investments στο Λονδίνο, συμπεριλαμβανομένων των ομολόγων των Barclays και Deutsche Bank. “Δείχνει πώς η διαχείριση και η ηγεσία παραμένουν κλειδιά στην επενδυτική τραπεζική προκειμένου να αποδώσουν αποτελέσματα”.
Αυτά τα αποτελέσματα είχαν σαν επακόλουθο, όπως ανακοινώνει η Sewing, τον περιορισμό από την Deutsche Bank την αμερικανική ομάδα συναλλαγών επιτοκίων και την αναθεώρηση των παγκόσμιων δραστηριοτήτων της με σκοπό να συρρικνωθεί και να επικεντρωθεί περισσότερο στην Ευρώπη. Η τράπεζα προειδοποίησε για «ουσιαστικές περικοπές θέσεων εργασίας» φέτος, ιδιαίτερα στην επενδυτική τράπεζα. Το έργο ενδέχεται να σημάνει το τέλος μιας προσπάθειας πολλών δεκαετιών από τη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας να ανταγωνιστεί με αμερικανικές εταιρείες όπως η Citigroup και η Goldman Sachs μέσα στην έδρα τους.
“Έχουμε πραγματικά μια αναποτελεσματική χρήση του ισολογισμού μας σε ορισμένες από τις επιχειρήσεις μας στις ΗΠΑ, οπότε το σημείο εκκίνησης είναι να μειώσουμε αυτή την έκθεση μόχλευσης”, δήλωσε ο οικονομικός διευθυντής της Deutsche Bank James Von Moltke, ο οποίος εντάχθηκε στηνν τράπεζα από τη Citigroup στα τέλη του 2015 σε συνέντευξή του στο Bloomberg TV. “Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε μια μικρή παύση στις ΗΠΑ και να αναγνωρίσουμε ότι δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τους Αμερικανούς μας αδελφούς σε κάθε επιχείρηση, προϊόν, αγορά, τμήμα πελατών”.
Η Barclays από την άλλη πλευρά, έχει ακολουθήσει ένα εντελώς αντίθετο δρόμο. Έχει ξοδέψει πόρους προς στην ίδια επιχείρηση, προσλαμβάνοντας στελέχη από εταιρείες αμοιβαίων κεφαλαίων οι οποίοι μέχρι πριν ένα χρόνο ήταν ανταγωνιστές της, επενδύοντας στην τεχνολογία και ενθαρρύνοντας τους εργαζομένους να αναλάβουν μεγαλύτερα ρίσκα. Η τράπεζα απέσυρε περίπου 10 δισεκατομμύρια λίρες (14 δισεκατομμύρια λίρες) από εταιρικά δάνεια χαμηλών αποδόσεων και τα μετέφερε σε επενδύσεις υψηλότερου κινδύνου και υψηλότερης απόδοσης, μαζί με περίπου 50 δισεκατομμύρια λίρες “μοχλευμένου ισολογισμού , σύμφωνα με μια έκθεση που παραθέτει τους λόγους για τη βελτιωμένη απόδοση της τράπεζας.
Τα έσοδα από τη διαπραγμάτευση μετοχών της Barclays, που μειώθηκαν κατά 9% πέρυσι, ενισχύθηκαν από τα παράγωγα μετοχών, τις συμβάσεις που οι πελάτες μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να κερδοσκοπούν ή να προστατεύσουν τις μετοχές τους, όπως δείχνει η έκθεση. Η Deutsche Bank, αντιθέτως, ανέφερε ότι η «χαμηλή απόδοση» των μετοχικών παραγώγων σε όλη την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική συνέβαλε σε 21% πτώση στα έσοδα από μετοχές, στα 543 εκατ. Ευρώ.