Αναζητείται πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων!

της Αρετή Γεωργιλή*

Στην πρόσφατη συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ, ζητήθηκε από τον Αλέξη Τσίπρα να σχολιάσει τις “δύο Ελλάδες” οι οποίες βρέθηκαν στα απέναντι πεζοδρόμια, στη Θεσσαλονίκη και να απαντήσει στο αν η ένταση και η πόλωση είναι πολιτική του επιλογή, όπως κατηγορείται από πολλούς.

Συνήθως, σε αυτό το ερώτημα, τα επιτελεία  και οι λογογράφοι των αρχηγών των κομμάτων, κρατούν μία σταθερή, ακέραια και αδιαπραγμάτευτη γραμμή, ένα κάλεσμα σε όλους τους ψηφοφόρους, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης, που τους βοηθά να μειώνουν, κατά το μέτρο του δυνατού, τις κοινωνικές εντάσεις, Έτσι, εξασφαλίζουν τις minimum κοινωνικές συναινέσεις, για να εφαρμόσουν το πρόγραμμά  τους, ιδιαίτερα αν αυτό απαιτεί δύσκολες αποφάσεις και αντιλαϊκά μέτρα, όπως άλλωστε είναι η σημερινή ελληνική πραγματικότητα.

Όλοι σχεδόν οι πρωθυπουργοί της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, περιελάμβαναν αυτήν την ενωτική στρατηγική στις δημόσιες τοποθετήσεις τους, από το  “Είμαι πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων”, του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το “Δεν θέλω ου” του Γεωργίου Ράλλη, όταν ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας αντέδρασαν αρνητικά στην αναφορά του τότε πρωθυπουργού στο αντίπαλο κόμμα, μέχρι το περίφημο διάγγελμα για το χρέος του Ανδρέα Παπανδρέου, το 1993 “Στη μάχη αυτή καλούμε ολόκληρο τον ελληνικό λαό”. Kαλούμε σήμερα τον κάθε Έλληνα όπου κι αν βρίσκεται, όπου και να δουλεύει:… Ήρθε η ώρα για το καλό της χώρας, για το καλό όλων, με τόλμη να παρθούν ορισμένες αποφάσεις”.

Ακόμη και ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, αν και δυσκολεύεται να τα εφαρμόσει στην πράξη, δήλωνε στις πρώτες ομιλίες του: “Τώρα είναι ο καιρός η Αμερική να κλείσει τις πληγές του διχασμού, είναι ο καιρός να ενωθούμε και πάλι όλοι μαζί, Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί και Ανεξάρτητοι απ’ όλο το έθνος. Είναι καιρός λέω να ενωθούμε σαν ένας λαός… Είναι ένα μεγάλο κίνημα που αποτελείται από Αμερικανούς από όλες τις φυλές, όλες τις θρησκείες, όλα τα πιστεύω…”.

Δεν άκουσα τίποτα σχετικό στις απαντήσεις του κ. Τσίπρα στη ΔΕΘ προς τους δημοσιογράφους. Δεν άκουσα καν κάτι κοντά σε αυτά, ούτε στη ΔΕΘ ούτε από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο ούτε από κάποιο άλλο μέλος αυτής της κυβέρνησης, κατά τη διάρκεια της σχεδόν τετράχρονης θητείας της.

Αντίθετα, καλλιεργείται συστηματικά το διχαστικό πνεύμα, η εμφυλιοπολεμική ένταση και η τακτική της ανάδειξης των διαφορών, αντί των κοινών στοιχείων, των ψηφοφόρων των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σε σχέση με τους ψηφοφόρους των άλλων κομμάτων και ειδικά της Νέας Δημοκρατίας, τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει μία κυρίαρχη, κοινή, εθνική αποστολή που δεν είναι άλλη από την πραγματική έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, την εθνική ανασυγκρότηση, την επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα.

Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για τυχαίο γεγονός, αλλά συστηματική, στοχευμένη και βαθιά ηθελημένη επιλογή που συνοψίζει τη νοοτροπία διοίκησης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Τέτοιες είναι η παραδοχή Χουλιαράκη στη Βουλή για τον παραγκωνισμό της μεσαίας τάξης, τον διαχωρισμό ουσιαστικά των Ελλήνων σε Έλληνες “δύο ταχυτήτων”, τα συνθήματα “ή θα μας τελειώσουν ή θα σας τελειώσουμε” και “ή εμείς ή αυτοί”, τις аd hominem επιθέσεις πολλών στελεχών του αντί σοβαρής επιχειρηματολογίας και άλλα πολλά.

Επί της ουσίας ο κ. Τσίπρας δεν επιθυμεί τον διάλογο, δεν επιλέγει τον συμβιβασμό και τη συναίνεση ως πρακτική διακυβέρνησης, δεν ζητά συνεργασίες αλλά εχθρούς, δεν επιδιώκει να ηγηθεί όλων των Ελλήνων αλλά μόνο των Ελλήνων που τον ψηφίζουν.

Η “δημιουργία” ενός εχθρού, αδίστακτου, αιμοδιψή και εκδικητικού και ο ετεροπροσδιορισμός, με βάση αυτόν τον φανταστικό εχθρό, είναι μία πρακτική που συναντάμε συνήθως σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, σε συνθήκες “ψυχρών” πολέμων, σε συνθήκες πολιτικής αστάθειας. Δεν τη συναντούμε συχνά σε δημοκρατικά καθεστώτα και σίγουρα όχι σε ευρωπαϊκές δημοκρατίες.

Αυτό λοιπόν, κατά τη δική μου εκτίμηση, είναι το σοβαρότερο σημείο που θα πρέπει να κρατήσουμε από τη συνολική στάση του κ. Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη: Η προσπάθεια καλλιέργειας ενός νέου “Εθνικού Διχασμού”.

Όπως και τότε, αντί να αντιμετωπίσουμε το σοβαρότατο εθνικό μας ζήτημα- το σοβαρότερο ζήτημα που αντιμετωπίζει η χώρα μας μετά τη μεταπολίτευση και το οποίο κινδυνεύει ακόμη να μετατραπεί σε εθνική τραγωδία- με ενωτικό δημόσιο λόγο και διάθεση συνεννόησης, αντιμετωπίζεται με διάθεση τυφλής αντιπαράθεσης.

Όλοι γνωρίζουμε που οδήγησε στις αρχές του 20αι αυτή η τραγική επιλογή.

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Μαυρογορδάτου “1915, Ο Εθνικός Διχασμός” (εκδόσεις Πατάκη) είναι χαρακτηριστικό: “Μόλις είχε αναλάβει η κυβέρνηση Γούναρη, με υπουργό Οικονομικών τον Πρωτοπαπαδάκη και υπουργό Στρατιωτικών τον ανίδεο Θεοτόκη (όπως δεν έπαυε να δηλώνει ο ίδιος). Μιλώντας για τον κίνδυνο να επανέλθει ο Βενιζέλος αν αυτοί αποτύχουν, ο Γούναρης έφτασε στο σημείο να επικαλεστεί τα ατομικά του συμφέροντα: “Εμέ προσωπικώς, τι με μέλλει; Ένας άνθρωπος είμαι. Δεν έχω παρά να πάρω τον δρόμον μου οπουδήποτε. Αλίμονον σ’ εσάς που έχετε δεσμούς και περιουσίαν”. Μπροστά σε τόσο απροκάλυπτη επίκληση ιδιοτέλειας, ξέσπασε ο Μεταξάς: “Εις το κάτω-κάτω, εάν μόνον δια του Βενιζέλου θα ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ας έλθει ο Βενιζέλος. Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον δια να μην έλθει ο Βενιζέλος;”.

Τότε, ο τόπος μας επέλεξε τον διάβολον, αντί του Βενιζέλου.

Τρέμω στη σκέψη ότι η ιστορία μπορεί να επαναληφθεί και… επαφίεμαι στον πατριωτισμό των Ελλήνων!

* η Αρετή Γεωργιλή είναι Σύμβουλος επικοινωνίας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ