γράφει ο Ανώνυμος Επενδυτής
Αισίως λοιπόν μετά από 8 χρόνια στα μνημόνια και συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 25%, ευαγγελιζόμαστε την έξοδο από αυτά και την ελπίδα ότι κάτι καλύτερο θα έρθει. Οι αριθμοί δυστυχώς είναι αμείλικτοι και δείχνουν τη λάθος κατεύθυνση την οποία όλες οι κυβερνήσεις έχουν διαλέξει έως σήμερα με τις γνωστές καταστρεπτικές συνέπειες για την οικονομία και τους πολίτες.
Αξίζει να ασχοληθούμε με μερικά ενδιαφέροντα ευρήματα για να δούμε τι έγινε και τι δεν έγινε που θα μπορούσε να στηρίξει την οικονομία. Πρώτο γράφημα αυτό του λόγου χρέους/ΑΕΠ. Ξεκινήσαμε το 2009 τις μνημονιακές περιπέτειες με 126,7% χρέος ως προς το ΑΕΠ και φτάσαμε στο 180% όπου και κυμαίνεται τα τελευταία χρόνια. Σε απόλυτα νούμερα το χρέος έχει φτάσει στα 345 δισ. ευρώ τη στιγμή που το ΑΕΠ είναι στα 180 δισ. ευρώ.
Αντί λοιπόν να επικεντρωθούμε στο πώς το ΑΕΠ μας θα ανέβει και θα φτάσει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα προκειμένου να περιοριστεί και το χρέος μας, η δημόσια συζήτηση αναλώνεται σε καφενειακού επιπέδου συζητήσεις ΜΟΝΟ γύρω από το χρέος! Μα πώς είναι δυνατόν να μειωθεί το χρέος όταν δεν υπάρχει ανάπτυξη ή αυτή είναι 1-2%; Και ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο εύρημα. Όλες οι κυβερνήσεις έχουν αναφερθεί στο ζήτημα της ανάπτυξης της κατασκευαστικής δραστηριότητας και της ωφέλειας που αυτή είχε στην οικονομία. Στα λόγια όλα καλά, στην πράξη τα ακριβώς αντίθετα δυστυχώς. Έως και το 2006 χρονιά εισαγωγής του ΦΠΑ στην πώληση των νέων οικοδομών το κράτος υπολογίζεται πως εισέπραττε ετησίως περί τα 10-12 δισ. ευρώ μόνο από τις φορολογίες εισοδήματος και μεταβίβασης που αφορούσαν τις αγοραπωλησίες.
Από το 2008 και μετά η οικοδομή ως γνωστόν κατέρρευσε με αποτέλεσμα τα έσοδα να μειωθούν απότομα και η παραγωγή να σταματήσει. Σαν να μην έφτανε αυτό το 2011 επινοήθηκε ο τωρινός ΕΝΦΙΑ (τότε ΕΕΤΗΔΕ) για να στηριχτεί ο προϋπολογισμός. 7 χρόνια μετά το κράτος ρημάζει τους μεσαίους και μεγάλους ιδιοκτήτες προκειμένου να βεβαιώσει 3,2 δισ. ευρώ το χρόνο και να εισπράξει μόλις 2,6 από αυτά. Την ίδια στιγμή που φαίνεται μία ελαφριά ανάπτυξη στο τομέα των ακινήτων (έπειτα από σωρευτική πτώση κατά μέσο όρο 40%), είναι απορίας άξιο πώς κανείς δεν σκέφτεται τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την αντιπολίτευση την πλήρη κατάργηση ή έστω την μεγάλη μείωση της φορολογίας αυτής.
Τα έσοδα του κράτους από την παράλληλη δραστηριότητα σε τόσους κλάδους καθώς και η φορολογία μεταβίβασης και εισοδήματος θα ισοφαρίσει αν όχι υπερκεράσει και τις όποιες απώλειες. Το “timing” ελέω και της διαφαινόμενης δυναμικής στον χώρο των ακινήτων είναι καλύτερο από ποτέ και θα δώσει επιπλέον ώθηση στην οικονομία. Η χώρα χρειάζεται αναπτυξιακές κινήσεις που θα προκαλέσουν επενδυτικό ενδιαφέρον και εισροή χρημάτων στην οικονομία και όχι επιδόματα και διορισμούς. Καιρός να το καταλάβουν άπαντες αυτό και να το στηρίξουν.

