Με πάνω από 5.000 υποκαταστήματα σε περισσότερες από 60 χώρες, πάνω από 33.00 εργαζόμενους και σύνδεση με σχεδόν 700.000 εργαζόμενους σε εταιρείες σε όλο τον πλανήτη, η Adecco είναι μια από τις εταιρείες που μπορεί να μιλήσει με ατράνταχτε στοιχεία για τις εργασιακές σχέσεις και τις τάσεις στην αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε χθες η εταιρεία για την απασχολησιμότητα στην Ελλάδα, δείχνει να καταρρίπτεται το αφήγημα της κυβέρνησης για μείωση της ανεργίας, καθώς όπως δείχνουν τα στοιχεία της έρευνας, δεν παρατηρείται καμία σημαντική αύξηση της απασχόλησης στη χώρα. Τα στοιχεία αυτά έρχονται να επιβεβαιώσουν και αυτά που παρέθεσε ο ΟΑΕΔ πριν λίγες μέρες, που δείχνουν πως το ποσοστό ανεργίας, παρά τις αντίθετες προσπάθειες αυξήθηκε ελαφρά τον περασμένο μήνα.
Σύμφωνα με την έρευνα της Adecco Ελλάδας, η οποία φέτος εστίασε, μεταξύ άλλων, στην καταγραφή του βαθμού στον οποίο οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα ενθαρρύνουν την ισότητα και τη διαφορετικότητα για να προσελκύσουν ή να διατηρήσουν τα ταλέντα, καταγράφεται η πεποίθηση των εργοδοτών ότι οι δεξιότητες και οι ικανότητες του υφιστάμενου προσωπικού δεν ανταποκρίνονται πλήρως αλλά μόνο μερικώς στις σημερινές ανάγκες. Κατά την άποψη των υπευθύνων στελέχωσης, φαίνεται να υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτά που μπορούν να προσφέρουν οι υποψήφιοι και σε εκείνα που έχει ανάγκη η αγορά.
Διερευνώντας την “απασχολησιμότητα” σήμερα, η έρευνα κατέγραψε τις τάσεις στην αναζήτηση προσωπικού τη δεδομένη περίοδο, καθώς και το “προφίλ” των υποψηφίων, όπως το περιγράφουν οι υπεύθυνοι επιλογής προσωπικού. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, παρατηρείται σημαντική αύξηση των εταιρειών που ενδιαφέρονταν να στελεχώσουν κάποιο τμήμα τους κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο το 2017 (70%, δηλαδή πάνω από τα 2/3, τον Νοέμβριο του 2018 – 53% κατά την περίοδο διεξαγωγής της περσινής έρευνας). Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ο χρόνος αναζήτησης του κατάλληλου στελέχους εξακολουθεί να ξεπερνά τον 1 μήνα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις υπερβαίνει τους 3 μήνες.
Σύμφωνα με τους επαγγελματίες και τους εργοδότες, κατά την αναζήτηση υποψηφίων για τη στελέχωση των διαθέσιμων θέσεων εργασίας, διαπιστώθηκε έλλειμμα δεξιοτήτων σε όσους δήλωσαν ενδιαφέρον για τις θέσεις, σε σχέση με τις ικανότητες και τις δεξιότητες που αυτές απαιτούσαν. Η σκιαγράφηση του ιδανικού υποψηφίου για μία θέση περιλαμβάνει χαρακτηριστικά, όπως εργασιακό ήθος (ποσοστό 82% των επαγγελματιών συμφωνούν ότι είναι μία δεξιότητα απαραίτητη), ικανότητα εργασίας σε ομάδα (ποσοστό 61%), επικοινωνιακές ικανότητες (ποσοστό 57%) και ευελιξία/ προσαρμοστικότητα (ποσοστό 54%). Η ανάληψη πρωτοβουλιών είναι μία δεξιότητα η σημασία της οποίας φαίνεται να αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο (ποσοστό 37% σε σύγκριση με ποσοστό 22% το 2017).
Ο βαθμός κατά τον οποίο οι υποψήφιοι διέθεταν τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι χαμηλότερος του προσδοκώμενου από τους εργοδότες. Ως επακόλουθο, η έλλειψη ατόμων με τα απαιτούμενα προσόντα, σε συνδυασμό με την έλλειψη εργασιακής εμπειρίας, αποτελούν τους λόγους που αναφέρονται πιο συχνά σαν εμπόδια για την κάλυψη συγκεκριμένης θέσης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην έρευνα του 2017 υπήρχαν και αναφορές για έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά του υποψηφίου, αν και λιγότερο συχνές, ενώ φέτος (2018) ως 3 ος σε συχνότητα αναφοράς λόγος δυσκολίας κάλυψης θέσεων αναφέρεται πως είναι οι μη ελκυστικού όροι και προϋποθέσεις
για τον υποψήφιο.
Αναφορικά με την εικόνα που έχουν οι συμμετέχοντες στην έρευνα για τις εταιρείες τους και στο ερώτημα αν συμφωνούν με την άποψη ότι αυτές αποτελούν μία “ελκυστική επιλογή” για τους εργαζομένους και τους υποψηφίους, φαίνεται πως έχει ενισχυθεί η άποψη πως οι οργανισμοί που εκπροσωπούν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρούνται “ελκυστικοί” εργοδότες. Το ποσοστό των στελεχών που συμφωνούν με την παραπάνω άποψη ανέρχεται στο 76%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην έρευνα του 2017 ήταν 61%. Στα κριτήρια τα οποία καθιστούν μία εταιρεία “ελκυστική” συγκαταλέγονται και φέτος, με ενισχυμένα ποσοστά, η ηθική και δίκαιη συμπεριφορά (ποσοστό 78%), η καλή φήμη στον χώρο της (ποσοστό 72%), τα καλά οικονομικά αποτελέσματα (ποσοστό 65%) και οι ισχυρές προοπτικές για μελλοντική ανάπτυξη (ποσοστό 61%).
Θετική εικόνα παρουσιάζεται στην έρευνα καταγραφής της γνώμης επαγγελματιών και εργοδοτών σχετικά με την ενθάρρυνση της ισότητας και της διαφορετικότητας στην
αγορά εργασίας στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, σχεδόν οι μισοί (ποσοστό 47%) υποστηρίζουν ότι η εταιρεία τους ενθαρρύνει “πολύ” την ισότητα και τη διαφορετικότητα με στόχο την προσέλκυση ταλέντων για την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς της, ενώ το 43% των ερωτώμενων θεωρεί πως αυτό συμβαίνει “αρκετά”. Συγκεκριμένα, στην πλειοψηφία τους (ποσοστό 83%) ανέφεραν ότι στην εταιρεία τους υπάρχει ίση μεταχείριση των εργαζομένων ανεξάρτητα από σεξουαλικές προτιμήσεις ενώ ένα ποσοστό 60% ανέφερε ότι τα άτομα με ειδικές ανάγκες αντιμετωπίζονται ισότιμα μέσα στο εργασιακό περιβάλλον της εταιρείας.
Ο Κωνσταντίνος Μυλωνάς, Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Adecco Ελλάδας, σχολίασε σχετικά: “Με την ολοκλήρωση και του δεύτερου μέρους της έρευνας “Απασχολησιμότητα στην Ελλάδα” για το 2018, έχουμε μια συνολική εικόνα για το πώς βλέπουν την κατάσταση στην αγορά εργασίας τόσο οι υποψήφιοι και οι εργαζόμενοι, όσο και οι εργοδότες. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι ραγδαίες εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα καθιστούν την ελληνική αγορά ιδιαιτέρως ανταγωνιστική και γεμάτη προκλήσεις. Στο περιβάλλον αυτό, οι υποψήφιοι αλλά και οι εργαζόμενοι θα πρέπει να βρίσκονται συνεχώς σε εγρήγορση και να επενδύουν στην ανάπτυξη “ταλέντων”,
ώστε να αποκτούν ή να αναπτύσσουν στον επιθυμητό βαθμό τις απαραίτητες για τους εργοδότες δεξιότητες και ικανότητες που θα τους κάνουν να ξεχωρίσουν. Η αναντιστοιχία ανάμεσα σε όσα οι υποψήφιοι διαθέτουν και αυτά που οι επιχειρήσεις αναζητούν είναι εμφανής και ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ίδιοι οι υποψήφιοι συνεχίζουν να μην αναγνωρίζουν πως έχουν “έλλειμμα” στις επιθυμητές δεξιότητες. Τέλος, σύμφωνα με τη γνώμη των επαγγελματιών, οι εταιρείες βρίσκονται σε σωστή κατεύθυνση όσον αφορά στην ενθάρρυνση της ισότητας και της διαφορετικότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει όμως ότι βρισκόμαστε στο επιθυμητό σημείο. Χαρακτηριστικό είναι πως κατά τη γνώμη των υποψηφίων και των εργαζομένων υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης στο πεδίο αυτό”.

