Το χρονικό του πιο θρυλικού καφέ στην Ελλάδα – Από τον BRAVO στη ΜΟΚΚΑ

Ο Νίκος Ψωμάς είναι περήφανος που συνεχίζει μια ιστορία τεσσάρων γενεών καφέ

Διασχίζοντας την Οδό Αθηνάς δε γίνεται να μη σε συνεπάρει το άρωμα του φρεσκο – καβουρντισμένου καφέ που έρχεται από το νούμερο 44, από ένα ιστορικό καφεκοπτείο που το όνομά του έχει συνδεθεί άρρηκτα με την ιστορία του καφέ στην Ελλάδα.

Το καφεκοπτείο ΜΟΚΚΑ είναι εδώ και δεκαετίες σημείο συνάντησης για τους λάτρεις του καφέ που αναζητούν αυθεντικές γεύσεις. Ιδρυμένο από τον Δημήτρη Αποστολίδη το 1922, κουβαλά μαζί του ιστορίες ενός αιώνα και σήμερα έχει εξελιχθεί σε ένα εμβληματικό καφέ που συνδυάζει την παράδοση με την καινοτομία.

Η φιλοσοφία του ΜΟΚΚΑ επικεντρώνεται στην ποιότητα μέσα από τη συνεργασία με πιστοποιημένες φάρμες και παραγωγούς. Με έμφαση στην ιχνηλασιμότητα εξασφαλίζει ότι οι κόκκοι καφέ πληρούν τα υψηλότερα κριτήρια ποιότητας.

Είναι η πρώτη εταιρεία στην Ελλάδα που εισήγαγε και επεξεργάστηκε τον specialty καφέ, εγκαινιάζοντας ένα νέο κεφάλαιο στην ελληνική αγορά.

Σήμερα, οι πελάτες του έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν μοναδικές ποικιλίες εσπρέσο, να πιούν ελληνικό καφέ ψημένο στη χόβολη αλλά και να απολαύσουν την τέχνη του καβουρντίσματος που έχει περάσει από γενιά σε γενιά.

Κάθε κόκκος καφέ καβουρντίζεται με προσοχή και κάθε φλιτζάνι που σερβίρεται αποτελεί μια βαθιά δέσμευση στην ποιότητα και την αυθεντικότητα.

Ο Νίκος Ψωμάς αντιπροσωπεύει ένα πολύ σημαντικό μέρος της ελληνικής ιστορίας του καφέ. Είναι ο εγγονός του Δημήτριου Αποστολίδη και γιος του Αντώνιου Ψωμά.

Ο πρώτος είναι ο ιδρυτής της ελληνικής εταιρείας καφέδων BRAVO, η οποία πρωτοστάτησε στην ελληνική αγορά για πολλά χρόνια και ο δεύτερος ιδιοκτήτης του Brazilian Coffee Store στην οδό Βουκουρεστίου, το πρώτο καφέ που σέρβιρε εσπρέσο στην Ελλάδα.

O κ. Ψωμάς μοιράζεται με το Business Voice την ιστορία που κρύβεται πίσω από το καφεκοπτείο ΜΟΚΚΑ και αναδεικνύει τη συμβολή του στην εξέλιξη της ελληνικής κουλτούρας καφέ.

Μαζί του ταξιδεύουμε στο χρόνο μαθαίνοντας τις αναμνήσεις που τον συνοδεύουν από παιδί, αλλά και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση σαν και αυτή στην Ελλάδα σήμερα.

Από τον BRAVO στη ΜΟΚΚΑ

Το MOKKA βρίσκεται στην οδό Αθηνάς 44 από το 1922 όταν ο Χρήστος Σαμούρκας, ερχόμενος ως πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, άνοιξε το πρώτο οικογενειακό καφεκοπτείο. Ένα μαγαζί που θα έμενε πολύ μικρό μέχρι και το 1999.

«Ο παππούς μου τότε ήταν μικρός οπότε ουσιαστικά μετά το 1930, σε ηλικία 14 ετών, ξεκίνησε να είναι πιο ενεργός δίπλα στον Σαμούρκα», διηγείται ο Νίκος Ψωμάς.

Ο καφές προσφερόταν πάντα φρέσκο – καβουρντισμένος και φρεσκοκομμένος και αποτελούσε μία πραγματική απόλαυση.

Μετά το 1950 τα ξαδέλφια Δημήτριος Αποστολίδης και o Θεόδωρος Σαμούρκας άρχισαν να επεκτείνουν την επιχείρηση, δημιουργώντας μια αλυσίδα καφεκοπτείων, με εμβληματικά καταστήματα στην οδό Πατησίων, στην Πανεπιστημίου, αλλά και στη Σοφοκλέους.

Οι δύο τους μεγαλούργησαν και καινοτόμησαν στον χώρο, λόγω του επιχειρηματικού τους δαιμονίου, αλλά κυρίως της αγάπης τους για τον καφέ.

Μετονομάζουν τον καφέ σε «BRAVO», ένα όνομα που πρωτοστάτησε στους καφέδες της ελληνικής αγοράς για πάρα πολλά χρόνια.

Όσο για το πώς προέκυψε το όνομα ο κ. Ψωμάς έχει την απάντηση. «Την ιδέα έδωσε ένας γείτονας του παππού μου που είχε μπακάλικο εδώ στην Αθηνάς. Όταν άκουσε ότι θα ανοίξουν εργοστάσιο του είπε ”Μπράβο ρε Μιμάκο!”».

Το σλόγκαν «BRAVO αυτός είναι καφές» ήταν ένα από τα πιο επιτυχημένα της εποχής και κυριάρχησε στις συνειδήσεις των καταναλωτών.

Παράλληλα, οι δύο συνέταιροι πρωτοτύπησαν και στις γραμμές παραγωγής των εργοστασίων, την πρωτοποριακή συσκευασία σε κενό αέρος, το δίκτυο πωλήσεων και το marketing.

«Οι διαφημίσεις του BRAVO ήταν πολλές και πρωτοποριακές για την εποχή. Με ωραία μουσική και έντονο το ελληνικό στοιχείο, προέβαλαν τις γειτονιές της Αθήνας και τα νησιά. Το marketing έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στο να γίνει νούμερο ένα καφές», λέει ο Νίκος Ψωμάς.

Ο ελληνικός καφές χρωστάει το όνομά του σ’ αυτές τις δύο μεγάλες προσωπικότητες. Ήταν κοντά στο 1960 όταν σε διαφημιστική καμπάνια του BRAVO κυριαρχούσε το «Εμείς τον λέμε Ελληνικό». Έτσι, καθιερώθηκε ευρέως το όνομα «ελληνικός», αλλά και το πιο ανοιχτό καβούρντισμα του από αυτό του τούρκικου.

«Η βασική διαφορά του ελληνικού καφέ από τον τούρκικο είναι στο χρώμα του καβουρντίσματος. Ο ελληνικός καφές ψήνεται πιο ανοιχτόχρωμα και αυτό του προσδίδει την χαρακτηριστική πιο γλυκιά γεύση», μου εξηγεί ο κ. Ψωμάς.

«Ο BRAVO κατείχε το 60 με 70% του μεριδίου της ελληνικής αγοράς», αφηγείται.

Μάλιστα, παρ’ όλο που ο Λουμίδης είχε αγοραστεί από τη Nestle αρχές της δεκαετίας του ’80 και συνυπήρχαν στην αγορά για μία δεκαετία δεν κατάφερε να τους πάρει μερίδιο στην αγορά.

«Ο Bravo πουλήθηκε το 1994. Ήταν μία απόφαση αρχικά του παππού μου και ακολούθησε και ο Θεόδωρος. Ήταν πάρα πολύ καλοί και αγαπημένοι συνέταιροι.

Έχτισαν μία πολύ όμορφη σχέση εμπιστοσύνης που δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της κοινής επιχειρηματικής τους πορείας», συνεχίζει ο κ. Ψωμάς.

«Κομμάτι της ιστορίας μας αποτελεί και το καφέ Brazilian επί της οδού Βουκουρεστίου. Ιδρύθηκε από τον Σαραβάνο και το αγόρασε ο πατέρας μου το 1983», θυμάται.

Το Brazilian ήταν η πρώτη καφετέρια στην Ελλάδα η οποία σέρβιρε εσπρέσο και όχι στιγμιαίο καφέ.

Για δεκαετίες ήταν το αγαπημένο στέκι μεγάλων προσωπικοτήτων όπως του ζωγράφου Τσαρούχη, του Αβέρωφ, του Ράλλη, του Μάνου Χατζιδάκι και του Φασιανού.

«Μάλιστα, ο Φασιανός αγαπούσε τόσο πολύ το Brazilian που ήθελε να το διακοσμήσει χωρίς κάποιο αντίτιμο. Το μόνο που ζήτησε ως αντάλλαγμα ήταν ένα στυλό», μου αφηγείται ο κ. Ψωμάς.

«Και ο Κώστας Ταχτσής είχε γράψει ποίημα», συνεχίζει.

Μεγαλώνοντας σε μία οικογένεια «μυημένη» στον καφέ

Ο Νίκος Ψωμάς, ήδη από την ηλικία των 13 ετών, κάθε καλοκαίρι έπαιρνε το λεωφορείο και πήγαινε να βοηθήσει τον παππού του στα καφεκοπτεία, ενώ παράλληλα μάθαινε δίπλα του όλα τα μυστικά.

«Έπαιρνα μία γνώση που αργότερα αντιλήφθηκα. Είχε έναν τρόπο ο παππούς μου που σε έκανε να μυηθείς στον κόσμο του καφέ χωρίς να το καταλάβεις. Όταν άκουγα ότι ο παππούς μου θέλει βοήθεια πήγαινα τρέχοντας», θυμάται.

«Έχω πολύ έντονες αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια. Έκοβα καφέ, έβαζα τα χαρμάνια στο καβουρντιστήρι και βοηθούσα στο ψήσιμο, ενώ παράλληλα πήγαινα παραγγελίες με το καρότσι μέχρι τη Βουλή, το Προεδρικό Μέγαρο το υπουργείο Εξωτερικών και το Μαξίμου.

Μου άρεσε η κίνηση της πόλης. Μου άρεσε που δούλευα και έκανα το διάλειμμά μου το μεσημέρι, που έπαιρνα το χαρτζιλίκι μου και το βασικότερο είχα την επαφή με τον παππού μου», διηγείται συγκινημένος ο σημερινός ιδιοκτήτης του MOKKA.

Ο κ. Ψωμάς δε θα ξεχάσει ποτέ το άρωμα του φρεσκοκομμένου ελληνικού καφέ, ένα άρωμα που έχει σημαδέψει τα παιδικά του χρόνια.

«Μύριζε καφέ το δέρμα σου και η ποδιά σου. Η μυρωδιά ήταν τόσο έντονη που έκανες μπάνιο και δεν έφευγε», θυμάται χαρακτηριστικά.

Ο Νίκος Ψωμάς παίρνει τα ηνία και πρωτοπορεί με direct trade και specialty coffee

Η παράδοση, το μεράκι, τα μυστικά της οικογένειας, μα πάνω απ’ όλα η αγάπη για το καφέ πέρασαν από γενιά σε γενιά. Ο Νίκος Ψωμάς είναι περήφανος που συνεχίζει μια ιστορία τεσσάρων γενεών καφέ.

«Το 1994, όταν πουλήθηκε το εργοστάσιο του BRAVO σπούδαζα στην Αγγλία Μηχανικός Παραγωγής. Όταν το έμαθα ψιλοχάθηκα. Μετά το στρατό αποφάσισα να ασχοληθώ με το καφεκοπτείο και την ανακαίνιση του κτηρίου στην Αθηνάς».

Το 1999 ανακαινίζεται το ιστορικό νεοκλασικό κτήριο, διατηρώντας αναλλοίωτο το χαρακτήρα του καφέ αλλά και του καφεκοπτείου. Ο κ. Ψωμάς ξεκίνησε το σχεδιασμό του πρώτου αυτοματοποιημένου καφεκοπτείου της Ελλάδας, ίσως και του κόσμου.

Έκανε πολλά ταξίδια σε χώρες παραγωγής, ανέπτυξε σταθερές σχέσεις με καταξιωμένους παραγωγούς και είναι ο υπεύθυνος για την επιλογή και το καβούρντισμα των καφέδων.

Σε ηλικία είκοσι – τεσσάρων χρόνων ταξίδεψε στις καλύτερες φάρμες της Βραζιλίας απ’ όπου εισήγαγε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα πιστοποιημένο καφέ specialty ποικιλίας.

O όρος Speciality Coffee χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους παραγωγούς ωμού καφέ ανά τον κόσμο το 1994 και αφορά δύο σημαντικές παραμέτρους του καφέ: την ιχνηλασιμότητα και την ποιότητα των μεθόδων παραγωγής του.

«Δεν είχαν μπει ακόμη στο χάρτη του specialty οι Αμερικάνοι, οι Αυστραλοί και οι Νοτιοκορεάτες, δηλαδή οι μεγάλες αγορές του καφέ. Η ζήτηση για τον specialty πλέον είναι τεράστια».

«Πήρα δείγματα για ελληνικό καφέ, αλλά αφού τα έψησα διαπίστωσα ότι ήταν ένας εκπληκτικός εσπρέσο. Το να ψήσει κάποιος Έλληνας καφέ και να προκύψει κάτι εφάμιλλο του ιταλικού ήταν τότε άπιαστο όνειρο. Μπήκα στη χονδρική πώληση με ένα εξαιρετικό και πολύ ανταγωνιστικό προϊόν».

Σε μια φάρμα δεν δύναται όλος ο καφές να είναι της ίδιας ποιότητας. Ο καφές που είναι άριστης ποιότητας δεν ξεπερνά συνήθως το 25% της παραγωγής.

H ΜΟΚΚΑ αγοράζει τις παρτίδες καφέ μια φορά το χρόνο, δύο μήνες μετά το τέλος της συγκομιδής και της ωμής επεξεργασίας τους, ώστε να έχει «ηρεμήσει» ο καφές και να είναι φρέσκος.

Παράλληλα, ο κ. Ψωμάς επισημαίνει ότι «μέχρι το 1996 το εμπόριο του καφέ ελεγχόταν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Καφέ (ICO), δεν υπήρχε η απευθείας επαφή με τους παραγωγούς (direct trade). Εγώ στην ουσία αυτό ξεκίνησα στο χώρο του καφέ, δηλαδή το απευθείας εμπόριο».

«Το direct trade για μας σημαίνει και direct relationship. Επισκεπτόμαστε συχνά τις φάρμες, ώστε να ενημερωνόμαστε από πρώτο χέρι. Επίσης, οι περισσότεροι παραγωγοί με τους οποίους συνεργαζόμαστε έχουν επισκεφτεί τη ΜΟΚΚΑ και γνωρίζουν το τι αντιπροσωπεύουμε», επισημαίνει ο κ. Ψωμάς.

«Έχω ταξιδέψει Βραζιλία, Αιθιοπία, Κόστα Ρίκα, Γουατεμάλα και Παναμά. Δε χρειάζεται πλέον να ταξιδεύω τόσο πολύ. Αν εξασφαλίσεις την ποιότητα στην πρώτη ύλη, το οποίο διασφαλίζεται και με τη σταθερή σχέση με τους παραγωγούς φεύγει ένα σημαντικό κομμάτι δουλειάς», μου εξηγεί.

Η γεύση του ψήστη βασικό «εργαλείο» για το σωστό καβούρντισμα

Ο Νίκος Ψωμάς εξειδικεύεται στο καβούρντισμα όλων των ποικιλιών του καφέ και στη γευσιγνωσία. Ανήσυχος για τις εξελίξεις παρακολουθεί πολλά σεμινάρια σχετικά με τη παραγωγή, το καβούρντισμα, τη χημεία και τη παρασκευή του καφέ.

«Υπάρχουν πολλοί ψήστες καφέ αλλά είναι δύσκολο να το κάνεις καλά και να παράγεις ένα πολύ καλό γευστικά προϊόν. Ο καφές είναι βίωμα και εμπειρία, όχι απλή μετάδοση γνώσεων.

Πρέπει να σου αρέσει και να το εξελίξεις και το πιο σημαντικό είναι να έχεις ανεπτυγμένη την αίσθηση της γεύσης. Είναι το πιο σημαντικό εργαλείο», εξηγεί.

Οι νέες τεχνολογίες και το παραδοσιακό ψήσιμο στη χόβολη

«Η τεχνολογία έχει βοηθήσει σημαντικά στο να κατανοήσουμε τι σημαίνει ψήσιμο καφέ, πώς συμπεριφέρεται ο κόκκος μέσα σ’ ένα ψηστήρι, πώς αλλάζει η φυσική και χημική του σύσταση.

Το καβούρντισμα είναι ένα πεδίο που συνεχώς εξελίσσεται. Η μαγεία του καφέ είναι ότι το ψήσιμό του είναι μια πολύ περίπλοκη διαδικασία που δανείζεται όλους τους όρους της Φυσικής και της Χημείας», λέει ο ιδιοκτήτης του ΜΟΚΚΑ.

«Τα χαρμάνια μας και οι καφέδες μας δημιουργούνται με τέχνη και μεράκι. Μέσω της βαθιάς τεχνογνωσίας μας και της καινοτόμου παραγωγής μας στοχεύουμε να αναδεικνύουμε στο μέγιστο τα γευστικά χαρακτηριστικά των εξαιρετικών καφέδων μας», τονίζει.

«Όσον αφορά στο καβούρντισμα πλέον διαθέτουμε σένσορες που καταγράφουν τη θερμοκρασία. Γνωρίζουμε για κάθε ψήσιμο ποια είναι η συμπεριφορά του καφέ οπότε βγάζουμε πολύ χρήσιμα συμπεράσματα».

Παράλληλα, οι μηχανές εσπρέσο διαθέτουν τρομερή ακρίβεια στην ανίχνευση της θερμοκρασίας του νερού, κάτι που παίζει σημαντικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα, αφού σύμφωνα με τον κ. Ψωμά «το προϊόν κρίνεται στο φλιτζάνι».

Στο ΜΟΚΚΑ μέχρι και σήμερα ψήνουν τον ελληνικό καφέ στη χόβολη, συνεχίζοντας την παράδοση πολλών δεκαετιών. Τι διαφορετικό προσφέρει το ψήσιμο αυτό; Η θερμοκρασία της άμμου είναι πολύ υψηλή αλλά διαχέεται ομοιόμορφα στο σύνολο του καφέ. Έτσι, δεν καίγεται και η χρονική διάρκεια των 5 λεπτών δίνει τη δυνατότητα στο καϊμάκι να αναδιπλώνεται όμορφα.

«Έχουμε και πολλούς τουρίστες πελάτες», με ενημερώνει ο κ. Ψωμάς και συνεχίζει: «Έρχονται για τον ελληνικό ως επί το πλείστον. Είναι εντυπωσιακό ότι σε μεγάλο ποσοστό είναι εκπαιδευμένοι στον καφέ και τον αγοράζουν σε κόκκο. Αυτό σημαίνει ότι είναι γνώστες του αντικειμένου και ξέρουν πώς να τον κόψουν σωστά. Υπάρχει μια εξειδίκευση στους καταναλωτές και αυτό είναι καλό και για τους ίδιους».

Το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα, ο σεβασμός και η αγάπη για το καφέ

Για τον κ. Ψωμά ο πήχης δυσκολίας στον κλάδο τους είναι πολύ υψηλός. «Πρέπει να παίρνουμε άριστα στα πάντα. Ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγάλος», λέει χαρακτηριστικά.

«Το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα τη δεδομένη στιγμή είναι ότι έχουμε παραμείνει πιστοί στο αυθεντικό specialty coffee.

Το όνομά μας συνδυάζεται τόσο με την ποιότητα στην πρώτη ύλη όσο και με τη σοβαρότητα που αντιμετωπίζουμε το προϊόν μας.

Αυτό που κάνεις είτε πρέπει να το αγαπάς είτε πρέπει να το σέβεσαι. Πιστεύω ότι εμείς έχουμε και τα δύο. Άμα έχεις αυτά κάποιος θα το αναγνωρίσει και θα θέλει να συνεργαστεί μαζί σου», καταλήγει.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η επιχείρηση

Σύμφωνα με τον Νίκο Ψωμά, μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις στον κλάδο του καφέ είναι η φορολόγηση, η οποία επιβαρύνει τόσο τους ίδιους όσο και τον τελικό καταναλωτή.

Συγκεκριμένα, από το 2017 εφαρμόζεται ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ), ο οποίος ανέρχεται σε 2 ευρώ ανά κιλό στον πράσινο (ωμό) καφέ, 3 ευρώ στον έτοιμο εισαγόμενο και 4 ευρώ στο στιγμιαίο.

Μάλιστα, σύμφωνα με την Ελληνική Ένωση Καφέ, από όταν ξεκίνησε η εφαρμογή του μέτρου έως και το 2023 έχει εισρεύσει στα κρατικά ταμεία 1 δις. Ευρώ.

«Πρόκειται για ένα φρικτό φόρο που μας έχει διαλύσει», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Νίκος.

Παράλληλα, εφαρμόζεται ο ΦΠΑ στο 13% για τον καφέ take away και στο 24% για τους καθιστούς πελάτες.

Εφόσον ο καφές εισάγεται από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλονται δασμοί και τέλη εισαγωγής.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον ίδιο οι διαδοχικές χρηματιστηριακές κρίσεις στον κλάδο σε συνδυασμό με την γενικότερη οικονομική κρίση στην Ελλάδα έχουν επηρεάσει σημαντικά την αλυσίδα εφοδιασμού αλλά και τις τιμές του στην αγορά.

«Οι Έλληνες θα έπρεπε να κάνουμε μία διάλεξη το Harvard για το πώς μπορεί να επιβιώσει κάποιος μετά από όλα αυτά.

Σίγουρα η συνεργασία μου απευθείας με τους παραγωγούς μας εξασφάλισε ένα back up και βοήθησε στο να βρίσκουμε τρόπους να αντιμετωπίζουμε τα υψηλά ή τα χαμηλά του καφέ», τονίζει ο κ. Ψωμάς.

Όσον αφορά στις τελευταίες ανατιμήσεις ο κ. Ψωμάς ισχυρίζεται ότι θα προσπαθήσουν να απορροφήσουν μέρος του κόστους. «Παράλληλα, πρέπει να στηρίξουμε μισθολογικά τους εργαζόμενούς μας», συνεχίζει.

«Είμαστε στο κέντρο της Αθήνας και δυσκολευόμαστε να βρούμε προσωπικό. Είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην εστίαση και είναι μία σοβαρή απειλή για το μέλλον τέτοιων επιχειρήσεων».

Παράλληλα, η κλιματική κρίση δημιουργεί αβεβαιότητα για τη συνεργασία τους με τις φάρμες του εξωτερικού.

«Η κλιματική κρίση είναι εδώ και παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Φέτος από τη Βραζιλία δεν περιμένουμε καλή σοδειά.

Λόγω των υψηλών θερμοκρασιών τα δέντρα στρεσαρίστηκαν, ωρίμασε γρηγορότερα ο καρπός τους και αυτό σίγουρα θα έχει επίπτωση στην ποιότητα.

Καλούμαστε μέσω του ψησίματος να την εξομαλύνουμε. Δε θα είναι τόσο γλυκείς οι καφέδες μας», εξηγεί.

«Έχει ακουστεί ότι θα μεταφέρουν τις φυτείες σε μεγαλύτερα υψόμετρα. Δε μπορείς ξαφνικά να ξηλώνεις δάση για να βάζεις καφεόδεντρα. Την ίδια στιγμή ακούγεται ότι από το 2025 θα εφαρμόζεται το Deforestation Act της ΕΕ. Θα καλείσαι να αποδείξεις ότι ο καφές σου δεν προέρχεται από ξηλωμένα δάση. Αυτό θα δημιουργήσει πάρα πολλά προβλήματα και θα αυξήσει το κόστος», συνεχίζει.

Η δυσκολία της πιστοποίησης είναι ένα ακόμη τροχοπέδη στον κλάδο. Ο κ. Ψωμάς αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στην Αιθιοπία υπάρχουν αρχέγονες ποικιλίες καφέ που είναι ότι καλύτερο σε ποιότητα αλλά δε μπορείς να το πιστοποιήσεις.

Κάποια στιγμή συνάντησα δέντρο 300 ετών από το οποίο παίρνουν τους κόκκους για να μεταφυτέψουν τον καφέ. Είναι ότι πιο οργανικό και βιολογικό υπάρχει αλλά δε μπορώ να το πιστοποιήσω».

Πόσο κερδοφόρα είναι η επιχείρηση

Σύμφωνα με τον σημερινό ιδιοκτήτη του ΜΟΚΚΑ, το καφεκοπτείο ήταν κάποτε μία κερδοφόρα επιχείρηση.

«Τα τελευταία 2 χρόνια έχουμε παρουσιάσει ζημιές γιατί προχωρήσαμε σε μία τεράστια επένδυση ανακαινίζοντας όλους τους χώρους.

Φέτος πάμε σχετικά καλά και είμαστε αισιόδοξοι ότι θα επιστρέψουμε στην κερδοφορία. Θέλουμε να είμαστε κερδοφόροι, θέλουμε να στηρίζουμε και τους εργαζόμενούς μας και σίγουρα να ανταμειβόμαστε για το έργο το οποίο παράγουμε», λέει ο Νίκος Ψωμάς.

Σχέδια για το μέλλον

Όσον αφορά στα σχέδια για το μέλλον ο Νίκος Ψωμάς δηλώνει: «Θέλουμε να παραμείνουμε σε ένα ευέλικτο σχήμα που σημαίνει ότι θα διατηρήσουμε τη λιανική και τη χονδρική μας.

Θέλουμε να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε στις ενίοτε καταστάσεις ή κρίσεις και σίγουρα να αναπτύξουμε μία μεγαλύτερη δραστηριότητα εκτός Ελλάδας. Αυτή τη στιγμή κάνουμε εξαγωγές σε Ρουμανία και Κύπρο. Έχουμε σκοπό να βγούμε σε μία χώρα ακόμη».

«Μ’ αρέσει η ευελιξία και να είμαι σε μία θέση που να με καθιστά ανταγωνιστικό στη κατηγορία μου», καταλήγει.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ