Ο κρόκος ή ελληνική ζαφορά, όπως συνήθως λέγεται, ανήκει στην καλύτερη ποιότητα σαφράν στον κόσμο.
Το «χρυσάφι» της ελληνικής γης είναι γνωστό όχι μόνο για το χρώμα και τη μοναδική γεύση που προσδίδει στο φαγητό, αλλά και για τις φαρμακευτικές και αφροδισιακές του ιδιότητες.
Λόγω της έντονης χρωστικής του ικανότητας, χρησιμοποιείται στην παρασκευή χρωμάτων και στη βαφή ενδυμάτων, ενώ λόγω των θεραπευτικών του ιδιοτήτων απαντάται στη σύνθεση καλλυντικών ή φαρμακευτικών προϊόντων.
Στη χώρα μας προέρχεται αποκλειστικά από το Νομό Κοζάνης. Η καλλιέργειά του στην περιοχή αυτή χρονολογείται από τον 17ο αιώνα, όταν τη μετέφεραν Κοζανίτες έμποροι, που διατηρούσαν στενές εμπορικές σχέσεις με την Αυστρία.
Ο Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών Κοζάνης ιδρύθηκε το 1971 και έχει το αποκλειστικό δικαίωμα συλλογής, συσκευασίας και διακίνησης του κρόκου.
Ο κρόκος Κοζάνης κοστίζει περίπου 1.200 ευρώ το κιλό και όσον αφορά στις κυριότερες αγορές απορρόφησής του, αυτές είναι οι: ΗΠΑ, Ελβετία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Ιαπωνία, Ισπανία, Γαλλία, Σκανδιναβικές και Κάτω Χώρες αλλά και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Ο πρόεδρος του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, Βασίλης Μητσόπουλος, μιλάει στο Business Voice για τον Συνεταιρισμό, το ελληνικό σαφράν αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η παραγωγή του στην Ελλάδα.
Η καλλιέργεια του κρόκου Κοζάνης
Το μοναδικό είδος κρόκου που καλλιεργείται συστηματικά σε ολόκληρο τον κόσμο, εδώ και δέκα το λιγότερο αιώνες, είναι ο εδώδιμος – ήμερος κρόκος.
Η μοναδική κροκοκαλλιεργούμενη περιοχή της χώρας μας είναι η περιοχή της Κοζάνης.
Ύστερα από τις κατά καιρούς αυξομειώσεις των καλλιεργούμενων εκτάσεων, σήμερα καλύπτει γύρω στα 3.000 στρέμματα από τα οποία τα 1.000 καλλιεργούνται βιολογικά.
Οι κάτοικοι της Κοζάνης φυτεύουν τον κρόκο κάθε καλοκαίρι, ενώ τα άνθη αρχίζουν να εμφανίζονται στα μέσα Οκτωβρίου για 20 έως 25 ημέρες.
Κατά τη συγκομιδή, τα άνθη συλλέγονται προσεκτικά με το χέρι, από την ανατολή μέχρι τη δύση σχεδόν του ήλιου, μέσα σε ποδιές ή σε καλάθια.
Στη συνέχεια συγκεντρώνονται σε ένα ειδικό τραπέζι και, με τη βοήθεια ηλεκτρικού ανεμιστήρα, χωρίζονται οι στήμονες και τα στίγματα από το υπόλοιπο άνθος. Το σημαντικότερο και δυσκολότερο μέρος είναι η ξήρανση, η οποία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και δεξιότητα, ώστε να μην αλλοιωθεί η ποιότητα.
Τα νωπά στίγματα τοποθετούνται σε λεπτές στρώσεις πάνω σε κόσκινα με βάση από μετάξι. Στη συνέχεια, μεταφέρονται σε καλά αεριζόμενους, θερμαινόμενους χώρους.
Μετά την ξήρανσή του, το προϊόν υποβάλλεται σε διαλογή και καθαρισμό και τοποθετείται σε δοχεία για την παράδοσή του στον Συνεταιρισμό. Όλη αυτή η διαδικασία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως τα τέλη Μαρτίου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι χρειάζονται 50.000 περίπου στίγματα για να προκύψουν 100 γραμμάρια κόκκινου κρόκου.
Μόλις παραδοθεί στον Συνεταιρισμό, ο κρόκος ελέγχεται κυρίως για το επίπεδο υγρασίας, λόγω του κινδύνου διάδοσης των μυκήτων, γεγονός που θα μπορούσε στη συνέχεια να υποβαθμίσει την ποιότητα του προϊόντος.
Παράλληλα, πραγματοποιούνται συμπληρωματικοί έλεγχοι για να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχουν ξένες ύλες ή ότι η ποσότητα της γύρης δεν είναι πολύ υψηλή.
Μόλις περάσει με επιτυχία όλους τους ελέγχους, ο κρόκος συσκευάζεται.
Όταν η παράδοση συναντά την τεχνολογία
«Η τεχνολογία και η εξέλιξή της έχει βοηθήσει μέσα στα χρόνια και την δική μας παραγωγική διαδικασία αλλά στην επεξεργασία τα πράγματα είναι πολύ συγκεκριμένα και έχουν να κάνουν με το πόσο ντελικάτο και ευαίσθητο είναι το προϊόν μας», υπογραμμίζει ο κ. Μητσόπουλος.
Πρόκειται για μια διαδικασία που διενεργείται παραδοσιακά μέσα στα χρόνια και συνίσταται στην απομάκρυνση του στίγματος από το υπόλοιπο άνθος. Συνήθως ο διαχωρισμός πραγματοποιείται μόνο με το χέρι.
Ορισμένοι μεγάλοι παραγωγοί χρησιμοποιούν ημιαυτόματες μηχανές που διαχωρίζουν τα στίγματα από το υπόλοιπο άνθος χάρη στην ενέργεια του αέρα που παράγεται από έναν ανεμιστήρα αλλά παράλληλα εφαρμόζουν και το χειρωνακτικό διαχωρισμό, γεγονός που επιτρέπει την παραγωγή κρόκου καλύτερης ποιότητας.
Ο Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών Κοζάνης και η διασφάλιση της ποιότητας
Μέχρι το 1966 η διακίνηση και εμπορία του κρόκου γινόταν μέσα από κυκλώματα χονδρεμπόρων, οι οποίοι έπαιρναν το προϊόν από τους μεμονωμένους παραγωγούς σε χαμηλές τιμές.
Η έλλειψη διαπραγματευτικής ικανότητας, καθώς και η αδυναμία διερεύνησης της διεθνούς αγοράς, οδήγησαν τους παραγωγούς το 1966 στην ίδρυση του Ελεύθερου Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών, ο οποίος και μετονομάστηκε το 1971 σε Αναγκαστικό Συνεταιρισμό Κροκοπαραγωγών Κοζάνης.
Ο Συνεταιρισμός έχει το αποκλειστικό δικαίωμα συλλογής, συσκευασίας και διακίνησης του κρόκου Κοζάνης. Σήμερα αριθμεί 1.000 μέλη, ενώ στην καλλιέργεια του κρόκου εργάζονται περίπου 5.000 άτομα.
Ο πρόεδρος του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, Βασίλης Μητσόπουλος, δηλώνει στο Business Voice: «Ο Συνεταιρισμός ιδρύθηκε με στόχο την αποκλειστική ευθύνη της συγκέντρωσης, επεξεργασίας, τυποποίησης και διάθεσης του κρόκου, ώστε να διασφαλίζεται η ποιότητα και η αυθεντικότητά του. Κάθε παραγωγός είναι υποχρεωμένος να παραδίδει το προϊόν στον Συνεταιρισμό για κοινή διαχείριση».
Όσον αφορά στα πλεονεκτήματα του συνεταιριστικού μοντέλου, ο κ. Μητσόπουλος τονίζει: «Με την συγκεκριμένη συνθήκη ο Συνεταιρισμός μας έχει αποκτήσει μέσα στα χρόνια μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη εξασφαλίζοντας την διάθεση του προϊόντος στις αγορές σε τυποποιημένη μορφή, με συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο brand και σίγουρα σε καλές τιμές».
Παράλληλα, για τη διασφάλιση της ποιότητας του προϊόντος έχουν λάβει πιστοποιήσεις και εφαρμόζουν το Σύστημα Διασφάλισης & Διαχείρισης Ποιότητας «ISO – 9001:2015», και τα Συστήματα Ασφάλειας Τροφίμων British Retail Consortium «BRC» GlobalStandards.
Ακόμη, από το 1999 ο κρόκος Κοζάνης έχει καταχωρηθεί ως προϊόν ΠΟΠ το οποίο εγγυάται τόσο ότι η παραγωγή πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή της Κοζάνης όσο και ότι παρασκευάζεται με συγκεκριμένες μεθόδους και πάντα χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες ποικιλίες.
Τέλος, κατέχει πιστοποίηση Halal για τις αραβικές χώρες, Kosher για τις Εβραϊκές κοινότητες όπως και έγκριση από το USA Food & Drug Administration «FDA» για την εισαγωγή και πώληση του Κρόκου στην Αμερική.
Οι προκλήσεις στην καλλιέργεια και την εμπορία του κρόκου
Σύμφωνα με τον κ. Μητσόπουλο, η παραγωγή στη περιοχή έφθανε κάποτε τους 12 τόνους, αλλά την τελευταία δεκαετία κυμαίνεται κατά μέσο όρο ανάμεσα στους 2 με 3 τόνους ετησίως.
«Δυστυχώς τα τελευταία 2 χρόνια η παραγωγή έχει μειωθεί στους 1,2 και 1,1 τόνους αντίστοιχα λόγω της κλιματικής αλλαγής και κυρίως λόγω της υψηλής θερμοκρασίας κατά την διάρκεια της συγκομιδής», λέει ο Βασίλης Μητσόπουλος.
Σε ότι αφορά στην εμπορία του προϊόντος ο Συνεταιρισμός είναι σήμερα σε θέση εγγυάται την άμεση προώθηση/πώλησή του στις αγορές με καλές τιμές οπότε αυτό έχει πάψει να αποτελεί πρόκληση για τους παραγωγούς της.
«Οι προκλήσεις στην δική μας περίπτωση έχουν να κάνουν πρωτίστως με την κλιματική αλλαγή και δευτερευόντως με την τάση των νέων να μη θέλουν να ασχοληθούν με την γεωργία. Δυστυχώς για εμάς αποτελούν και τα δυο παγκόσμιο φαινόμενο και είναι λίγα αυτά που μπορούμε να κάνουμε ως Συνεταιρισμός», λέει ο κ. Μητσόπουλος.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η μόνη ουσιαστική λύση είναι να μεταφερθούν οι καλλιέργειες σε ακόμη μεγαλύτερα υψόμετρα και περιοχές με χαμηλότερες θερμοκρασίες.
Πρακτικά, όμως, κάτι τέτοιο καθίσταται αδύνατο εάν λάβουμε υπόψιν τις αποστάσεις, τα κόστη και τον χρόνο που απαιτούνται για μια τέτοια νέα συνθήκη.
«Η μοναδικότητα του προϊόντος κάνει εξάλλου πολύ δύσκολη έως αδύνατη και την μεταφορά τεχνογνωσίας σε νέες περιοχές που ίσως να αποτελούσαν δυνητικά νέους τόπους για την παραγωγή και διαχείριση του φυτού», συνεχίζει.
Πώς αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό
Ο κρόκος Κοζάνης έχει να αντιμετωπίσει σημαντικούς ανταγωνιστές και κυρίως χώρες με μεγάλη παραγωγή όπως το Ιράν.
«Ενώ για πολλά χρόνια προσπαθούσαμε ανεπιτυχώς να τους ανταγωνιστούμε στην τιμή (γεγονός που δεν μας βοήθησε καθόλου) πλέον η στρατηγική μας είναι να αναδείξουμε τα δικά μας πλεονεκτήματα έναντι του ανταγωνισμού.
Αυτά έχουν να κάνουν κυρίως με την διασφάλιση της ποιότητας (απουσία φυτοφαρμάκων), τεχνογνωσία και εμπειρία ετών, ΠΟΠ πιστοποίηση που εγγυάται την αυθεντικότητα και προέλευση του προϊόντος», τονίζει ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού.
«Ο Συνεταιρισμός μας απέκτησε μια νέα προσέγγιση σε ότι αφορά στην εξυπηρέτησή των πελατών και των αναγκών τους, εστιάζοντας στο διάβασμα της αγοράς και των απαιτήσεων της προσφέροντας πέρα από ένα εξαιρετικό προϊόν μια ολοκληρωμένη λύση στους συνεργάτες μας με επαγγελματική προσέγγιση και πολύ καλή επικοινωνία», συνεχίζει.
Η συμβολή στην τοπική οικονομία
Ο Συνεταιρισμός είναι μη κερδοσκοπικός και όλα τα έσοδα (πλην ενός μικρού ποσοστού που παρακρατείται για τα έξοδά του) επιστρέφεται στους παραγωγούς.
Αποτελεί οικονομικά τη σημαντικότερη καλλιέργεια στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Κοζάνης και κυρίως του Δήμου Ελίμειας.
«Για την τοπική οικονομία αποτελεί σημαντική παραγωγική δραστηριότητα που καμιά άλλη καλλιέργεια κάτω από της καλύτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες δεν θα πρόσφερε στην περιοχή», λέει ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού.
Παράλληλα, η σύνδεση του ονόματος της περιοχής του κρόκου με το φυτό φανερώνουν τη σημασία της καλλιέργειας αλλά και τους δεσμούς που έχουν αναπτυχθεί και ωθούν τους νέους στην παραμονή τους στον τόπο καταγωγής τους.
Προγράμματα υποστήριξης και επιχορηγήσεις από την κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Ένωση
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, «τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορούν κυρίως στην προώθηση του προϊόντος και τα χρησιμοποιούμε όταν κρίνουμε αναγκαίο στοχεύοντας συγκεκριμένες αγορές».
«Από την κυβέρνηση και τις τοπικές αρχές η δική μας διεκδίκηση έχει να κάνει με την συνδεδεμένη ενίσχυση στον Κρόκο η οποία θα δελεάσει και τους νέους της περιοχής να ενασχοληθούν με την καλλιέργεια που είναι ιδιαίτερα απαιτητική», συνεχίζει.
Τα σχέδια για το μέλλον
Όσον αφορά στα μελλοντικά πλάνα για διεύρυνση της παραγωγής ή επέκταση σε νέες αγορές, ο κ. Μητσόπουλος υποστηρίζει ότι η μειωμένη παραγωγή των δύο τελευταίων ετών τους οδήγησε στο να σταματήσουν οποιαδήποτε προσπάθεια ανάπτυξης νέων αγορών μιας και η ποσότητα δεν ήταν αρκετή να καλύψει ούτε τις υπάρχουσες συμφωνίες.
«Ευελπιστούμε σε ανάκαμψη και επαναφορά της απόδοσης της καλλιέργειας στα προηγούμενα επίπεδα. Για το λόγο αυτό ως διοίκηση είμαστε σε συνεχείς επαφές με τους παραγωγούς για να μείνουν στην καλλιέργεια, με πανεπιστήμια για να δούμε τι μπορούμε να βελτιώσουμε σαν παραγωγική διαδικασία και με τους τοπικούς και κρατικούς φορείς για να μας βοηθήσουν με όσα μέσα και πόρους διαθέτουν για την συνέχιση της καλλιέργειας σε μια περιοχή που πλήττεται πλέον και με την έντονη ανεργία και επιπτώσεις της απολιγνιτοποίησης», καταλήγει ο κ. Μητσόπουλος.