Τα νεότερα δεδομένα της ευρωπαϊκής στατιστικής αρχής επιβεβαιώνουν μια σταθερά θετική τροχιά για την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα, 197,7 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 20 έως 64 ετών βρίσκονταν σε καθεστώς απασχόλησης τη χρονιά που πέρασε. Το γενικό ποσοστό του 76,1% συνιστά αύξηση κατά 0,3 εκατοστιαίες μονάδες συγκριτικά με το 2024 και κατά 0,8 μονάδες έναντι του 2023. Παρά τη συνολική θετική εικόνα, οι ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν ιδιαίτερα έντονες. Οι κορυφαίες επιδόσεις καταγράφηκαν στη Μάλτα (83,6%), στις Κάτω Χώρες (83,4%) και στην Τσεχία (82,9%). Στον αντίποδα, η Ιταλία, η Ρουμανία και η Ελλάδα σημείωσαν τα χαμηλότερα ποσοστά της ηπείρου, με την εγχώρια αγορά εργασίας να φτάνει μόλις στο 71,0%.
Η επίμονη ανισότητα μεταξύ των φύλων
Η ανάλυση της Eurostat αναδεικνύει επιπλέον ένα δομικό πρόβλημα για την ευρωπαϊκή αγορά, το οποίο αφορά το παρατεταμένο χάσμα μεταξύ των φύλων. Σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με μοναδική εξαίρεση τη Λιθουανία, οι άνδρες εμφανίζουν αισθητά υψηλότερη συμμετοχή στην εργασία σε σχέση με τις γυναίκες. Το μέσο ευρωπαϊκό ποσοστό απασχόλησης για τους άνδρες διαμορφώθηκε στο 80,9%, την ώρα που για τις γυναίκες περιορίστηκε στο 71,3%, δημιουργώντας μια διαφορά της τάξης των 9,6 ποσοστιαίων μονάδων.
Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις εντοπίστηκαν ξανά στον ευρωπαϊκό Νότο και στα Βαλκάνια. Ειδικότερα, η Ιταλία και η Ρουμανία κατέγραψαν χαώδεις διαφορές που προσεγγίζουν τις 19 εκατοστιαίες μονάδες. Στην ίδια κατηγορία ακολούθησε και η Ελλάδα με χάσμα 17,4 μονάδων, καθώς το ποσοστό των απασχολούμενων Ελληνίδων δεν κατάφερε να ξεπεράσει το 62,3%. Αντίθετα, οι μικρότερες αποκλίσεις καταγράφηκαν στην Εσθονία, τη Φινλανδία και τη Λιθουανία, αποτυπώνοντας την πολύ πιο ισορροπημένη δομή που διατηρούν οι αγορές εργασίας στη βόρεια Ευρώπη.
