ΙΟΒΕ: Πανάκριβη η ηλεκτρική ενέργεια για την εγχώρια βιομηχανία

Το 2025 η εγχώρια τιμή ηλεκτρικής ενέργειας ανήλθε στα €115/MWh έναντι €83/MWh κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Έως και 40% ακριβότερα πληρώνει η εγχώρια βιομηχανία την ηλεκτρική ενέργεια σε σύγκριση με το μέσο όρο της Ε.Ε, δημιουργώντας ένα σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει το μηνιαίο δελτίο εξελίξεων στη Βιομηχανία που εξέδωσε το ΙΟΒΕ.

Ειδικότερα, η μέση τιμή φορτίου βάσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα ήταν υψηλότερη από το μέσο όρο της ΕΕ στην περίοδο 2019-2025 από 10,3% έως 39,5%. Το 2025 η εγχώρια τιμή ηλεκτρικής ενέργειας ανήλθε στα €115/MWh έναντι €83/MWh στην Ευρώπη.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Βιομηχανία στην Ελλάδα να παρουσιάζει σταθερά υψηλότερο μερίδιο κόστους ενέργειας ως προς το συνολικό κόστος παραγωγής, έναντι του μέσου όρου της ΕΕ, για την περίοδο 2010-2023. Συγκεκριμένα, το μερίδιο κόστους ενέργειας στην εγχώρια Βιομηχανία ανήλθε στο 3,8% του κόστους παραγωγής κατά μέσο όρο την περίοδο 2021-2023, από 5,7% την περίοδο 2017-2019, υψηλότερα από τις υπόλοιπες χώρες και το μέσο όρο της ΕΕ (2,3%).

Το υψηλότερο μερίδιο κόστους ενέργειας (18,7%) σημειώθηκε στα Βασικά μέταλλα κατά μέσο όρο την περίοδο 2021-2023, με σημαντικές όμως διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό καταγράφεται στην παραγωγή Αλουμινίου, και πολύ λιγότερο στην παραγωγή Χαλκού.

Σε χαμηλότερα επίπεδα βρίσκονται τα Μη μεταλλικά ορυκτά, με 8,1%, με την παραγωγή τσιμέντου να παρουσιάζει υψηλό μερίδιο κόστους ενέργειας μεταξύ των υποκατηγοριών.

Ακολούθησαν οι Κλωστοϋφαντουργικές ύλες και τα Πλαστικά προϊόντα, με το ενεργειακό κόστος να αποτελεί περίπου το 4,5% του κόστους παραγωγής.

Αντίθετα, στους κλάδους βιομηχανίας με το χαμηλότερο μερίδιο κόστους ενέργειας βρίσκονται οι ΗΥ και ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός, τα Μηχανήματα και είδη εξοπλισμού και τα είδη ένδυσης με περίπου το 1,0% του κόστους παραγωγής να αφορά την ενέργεια.

Ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στον Ηλεκτρολογικό εξοπλισμός και στα Φαρμακευτικά προϊόντα, με 1,2% και 1,4% αντίστοιχα.

Εντονότερη καταγράφεται η κατανάλωση προϊόντων πετρελαίου εγχωρίως (31%) έναντι της ΕΕ27 (8%) την περίοδο 2015-2024. Αντίθετα σε χαμηλότερα επίπεδα βρίσκεται η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ελλάδα (18%) έναντι άλλων χωρών την περίοδο 2015-2024. Ωστόσο, καταγράφεται αύξηση του μεριδίου κατανάλωσης φυσικού αερίου μετά το 2020, με αντίστοιχη μείωση μεριδίου του πετρελαίου και των στερεών ορυκτών καυσίμων.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ