H ελληνική αγορά λιανεμπορίου, και ειδικότερα ο νευραλγικός, διαχρονικός κλάδος της ένδυσης και υπόδησης, εκπέμπει σήμερα το πιο ηχηρό σήμα κινδύνου των τελευταίων ετών. Η έκτακτη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών (ΕΣΑ), με τη συμμετοχή εκπροσώπων από εταιρείες εισαγωγής, διανομής και χονδρικής πώλησης, ανέδειξε μια εξαιρετικά ζοφερή πραγματικότητα. Το μήνυμα που εξέπεμψαν οι συμμετέχοντες συμπυκνώνεται σε μία, απολύτως δραματική φράση, η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας: «Το εμπόριο δεν αντέχει άλλο».
Αυτή η κραυγή αγωνίας του εμπορικού κόσμου δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Αντιθέτως, συνιστά το φυσικό, αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας, άναρχης απορρύθμισης. Μιας απορρύθμισης η οποία, στο όνομα του δήθεν ελεύθερου ανταγωνισμού και της επιφανειακής, ευκαιριακής ικανοποίησης του καταναλωτή, έχει καταλήξει να στραγγαλίζει την ίδια τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας: τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η ψευδαίσθηση των διαρκών προσφορών και η πλήρης απαξίωση των προϊόντων
Το κεντρικό ζήτημα που τέθηκε με ένταση επί τάπητος στη συνάντηση του ΕΣΑ, είναι η απόλυτη ασυδοσία που επικρατεί στο καθεστώς των εκπτώσεων και των προσφορών. Η εγχώρια αγορά έχει εισέλθει σε έναν καταστροφικό, φαύλο κύκλο, όπου οι εκπτώσεις δεν αποτελούν πλέον ένα στοχευμένο, υγιές εργαλείο ρευστοποίησης των εποχιακών αποθεμάτων, αλλά μια μόνιμη, στρεβλή και εξοντωτική κανονικότητα.
Η κριτική οφείλει να είναι αμείλικτη και να στραφεί στο ίδιο το θεσμικό πλαίσιο, και συγκεκριμένα στον Νόμο 4965/2022. Με την πλήρη απελευθέρωση των προσφορών καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, διαμορφώθηκε ένα άναρχο περιβάλλον. Όπως έδειξαν και τα πρόσφατα, απογοητευτικά στοιχεία των χειμερινών εκπτώσεων του 2026, όπου καταγράφηκε πτώση τζίρου στα καταστήματα που άγγιξε έως και το 40% τον Φεβρουάριο, το παραδοσιακό εργαλείο ρευστότητας των εμπόρων έχει καταστραφεί.
Ο καταναλωτής, ο οποίος ήδη μαστίζεται από τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω της ακρίβειας, βομβαρδίζεται καθημερινά από επιθετικές διαφημίσεις και πινακίδες εντυπωσιακών προσφορών όλο τον χρόνο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να χάνει σταδιακά την εμπιστοσύνη του στην πραγματική, αρχική αξία του προϊόντος (απαξίωση). Το φυσικό κατάστημα, από την άλλη, αδυνατεί πλέον να προγραμματίσει τις αγορές του, τις προσλήψεις προσωπικού και τα λειτουργικά του έξοδα, παλεύοντας να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον ακραίας, καθημερινής αβεβαιότητας.
Διαβάστε περισσότερα στο govnews.gr
