Το πρόβλημα των κόκκινων δανείων είναι ακόμη εδώ – Τι αναφέρει η ΤτΕ

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) ανήλθαν στο τέλος Μαρτίου 2019 σε 80 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου 1,8 δισ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου 2018 και κατά περίπου 27,2 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο ΜΕΔ.

Η υποχώρηση του αποθέματος των ΜΕΔ το πρώτο τρίμηνο του 2019 οφείλεται κυρίως σε διαγραφές ύψους 900 εκατ. ευρώ και πωλήσεις ύψους 0,8 δισ. ευρώ.  Γενικά, ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι, παρά τις βελτιώσεις στο οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον, οι εισπράξεις μέσω ενεργητικής διαχείρισης (δηλαδή μέσω είσπραξης καθυστερούμενων οφειλών, αναδιαρθρώσεων δανείων, ρευστοποίησης εξασφαλίσεων κ.λπ.) παραμένουν περιορισμένες.

Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε το Μάρτιο του 2019 σε υψηλό επίπεδο (45,2%). Ως προς τις επιμέρους κατηγορίες χαρτοφυλακίων, ο δείκτης ΜΕΔ διαμορφώθηκε σε 44,7% για το στεγαστικό, 54,1% για το καταναλωτικό και 44% για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο. Εντός του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου, ο δείκτης για το χαρτοφυλάκιο τόσο των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων όσο και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων παραμένει ιδιαίτερα υψηλός (65,9% και 58,9% αντίστοιχα). Καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο των μεγάλων επιχειρήσεων (24,5%) και στο χαρτοφυλάκιο ναυτιλιακών δανείων (24%).

Νομική προστασία ζητούν οι δανειολήπτες

Όσον αφορά τη διάρθρωση των ΜΕΔ, το 49% του υπολοίπου αφορά δανειακές συμβάσεις που έχουν ήδη καταγγελθεί από τις τράπεζες, το 30,9% δάνεια αβέβαιης είσπραξης (“unlikely to pay”) και το 20,1% δάνεια σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών τα οποία δεν έχουν ακόμη καταγγελθεί. Επίσης, πολλοί δανειολήπτες έχουν αιτηθεί νομική προστασία (14,6% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων). Όσον αφορά την κάλυψη των ΜΕΔ από συσσωρευμένες προβλέψεις, ο σχετικός δείκτης ανήλθε σε  47,1%

Λύσεις ρύθμισης μακροπρόθεσμου

Θετική εξέλιξη αποτελεί το γεγονός ότι τα τελευταία έτη οι τράπεζες συνομολογούν κυρίως λύσεις ρύθμισης μακροπρόθεσμου χαρακτήρα για τα ΜΕΔ, σε αντιδιαστολή με ρυθμίσεις βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα.

Βεβαίως, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων επιλέγεται η λύση της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής και σπανιότερα της μείωσης του επιτοκίου και του διαχωρισμού του υπολοίπου οφειλής (split balance). Στο τέλος Μαρτίου 2019 το υπόλοιπο των ΜΕΔ που συνδέονταν με ρυθμίσεις ανερχόταν σε 29,4 δισ. ευρώ (δηλ. το 36,7% του συνόλου των ΜΕΔ).

Σε καθυστέρηση τα δάνεια που είναι σε ρύθμιση

Ανησυχητικά υψηλό παραμένει το ποσοστό των δανείων που είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης, αλλά εμφάνισαν και πάλι καθυστέρηση μετά τη συνομολόγηση της ρύθμισης. Μάλιστα, σε μεγάλο μέρος των ρυθμίσεων, η καθυστέρηση εμφανίζεται μόλις ένα τρίμηνο μετά την εφαρμογή της ρύθμισης.

Όσον αφορά τους επιχειρησιακούς στόχους για τη μείωση των ΜΕΔ, η στόχευση είναι ο δείκτης ΜΕΔ να έχει διαμορφωθεί σε επίπεδα κάτω του 20% στο τέλος του 2021.

Συνολικά, έχει συντελεστεί σημαντική πρόοδος ως προς τη μείωση του ποσοστού των ΜΕΔ, ωστόσο οι ρυθμοί μείωσης των ΜΕΔ δεν αρκούν ώστε να επιτευχθεί σύντομα σύγκλιση του δείκτη ΜΕΔ προς τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος στο τέλος του 2018 διαμορφώθηκε σε 3,2%. Γι’ αυτό, πρέπει σύντομα να εφαρμοστεί μία συστημική λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος των ΜΕΔ, που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις προσπάθειες των ίδιων των τραπεζών.

Στο τραπέζι νέα πρόταση από το υπουργείο οικονομικών

Υπενθυμίζεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος έχει από καιρό προτείνει μια αποτελεσματική λύση η οποία προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των ΜΕΔ μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTCs) που είναι εγγεγραμμένη στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε Εταιρείες Ειδικού Σκοπού (NPL και DTC carve-out). Η λύση αυτή αντιμετωπίζει με συστηματικό τρόπο δύο πολύ σημαντικά προβλήματα ταυτόχρονα: τα ΜΕΔ και τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, και επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, τη διαμόρφωση στόχων επίτευξης μονοψήφιων ποσοστών εντός τριετίας. Επιπρόσθετα, το υπουργείο οικονομικών επεξεργάζεται μία ακόμα εναλλακτική πρόταση.

Σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή των όποιων προτάσεων απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό, στον οποίο θα λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες επιπτώσεις τόσο στα δημοσιονομικά μεγέθη όσο και στην κεφαλαιακή βάση των εγχώριων τραπεζών, ενώ η όποια στρατηγική επιλεγεί θα πρέπει να είναι συμβατή με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και τις εποπτικές κατευθυντήριες γραμμές.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ