Η σκλήρυνση της στάσης και της Δύσης και της Μόσχας, εντείνει την αβεβαιότητα οδηγώντας έτσι σε διαρκείς ανατιμήσεις τα ενεργειακά προϊόντα με αποτέλεσμα κάθε μέρα να σημειώνονται και νέα ρεκόρ ακρίβειας. Αλλά ακόμη και αυτά τα ρεκόρ απέχουν ακόμη πολύ από τα εφιαλτικά σενάρια για το πού μπορεί να φτάσει η άνοδος των τιμών στην ενέργεια.
Η πρόνοια των Ευρωπαίων να εξαιρέσουν από τον αποκλεισμό από το σύστημα SWIFT χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα οποία δραστηριοποιούνται στο διασυνοριακό εμπόριο της Ρωσίας, όπως είναι για παράδειγμα η Gazprombank, δεν ήταν αρκετή για να καθησυχάσει τις αγορές οι οποίες εξακολουθούν να φοβούνται για το κατά πόσον είναι διασφαλισμένη η απρόσκοπτη τροφοδοσία των ανεπτυγμένων οικονομιών με ρωσικό φυσικό αέριο αφού τα πολεμικά γεγονότα την υπερβαίνουν.
‘Ενα από τα ζοφερά σενάρια αποτελεί και η εκτίμηση της JPMorgan Chase & Co ότι εάν συνεχιστεί η διαταραχή στη ρωσική προσφορά, τότε η τιμή του αργού πετρελαίου Brent θα μπορούσε να φτάσει στο τέλος του έτους έως και τα 185 δολάρια το βαρέλι.
Μάλιστα, η σχετική εκτίμηση αναφέρει και ότι οι τιμές θα μπορούσαν να «καρφωθούν» για μήνες στα 120 δολάρια το βαρέλι, ώστε να μειωθεί η ζήτηση – εάν επαληθευτεί η εκτίμηση ότι δεν θα υπάρξει αύξηση της προσφοράς από το Ιράν. Σε μια τέτοια περίπτωση, η τιμή της αμόλυβδης στην Ελλάδα θα προσέγγιζε 2,5 ευρώ.
Ασχέτως του ζοφερού σεναρίου που περιγράφει η JPMorgan Chase, η τιμή του αργού πετρελαίου Brent έχει πραγματοποιήσει άλμα σχεδόν κατά 30% από τις 24 Φεβρουαρίου όταν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν κήρυξε την έναρξη στρατιωτικής επιχείρησης στην Ουκρανία κυμαινόμενο πάνω από τα 118 δολάρια το βαρέλι.
Οι ανησυχίες για περαιτέρω άνοδο των τιμών του πετρελαίου εντάθηκαν μετά τις δηλώσεις Μπλίνκεν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση «συζητούν ενεργά» την πιθανότητα να απαγορεύσουν τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου, κάτι που περικλείει τον κίνδυνο να αποσταθεροποιηθούν οι αγορές αλλά και τις εκτιμήσεις ότι το ουκρανικό θα μπορούσε να τραβήξει μήνες ή και χρόνια εάν ο πόλεμος μεταβαλλόταν σε αντάρτικο κατά των κατακτητών, τύπου «Αφγανιστάν».
Αλλά και οι νεότερες εξελίξεις από το πολεμικό μέτωπο, δεν επιτρέπουν αισιοδοξία, καθώς δείχνουν κλιμάκωση της έντασης, όπως είναι για παράδειγμα η δήλωση του εκπροσώπου του ρωσικού υπουργείου Άμυνας Ιγκόρ Κονασένκοφ ότι οποιαδήποτε χώρα προσφέρει τα αεροδρόμιά της στην Ουκρανία για επιθέσεις στη Ρωσία μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει εισέλθει στη σύγκρουση, ή η απάντηση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στο σχετικό αίτημα Ζελένσκι, ότι η Ουάσινγκτον «εργάζεται ενεργά» για μια συμφωνία με την Πολωνία για την αποστολή μαχητικών αεροσκαφών ΜIG-29, μόνο εκτόνωση της κρίσης δεν σημαίνουν.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το βάρος το οποίο καλούνται να σηκώσουν τα ελληνικά νοικοκυριά επιχειρήσεις, αγρότες, για να μπορούν να χρησιμοποιούν ρεύμα, φυσικό αέριο και πετρέλαιο, είναι πρωτοφανές και πάντως δυσβάστακτο. Με τα δημοσιονομικά περιθώρια να είναι ιδιαίτερα στενά για να τους συνδράμουν.’Ηδη η κυβέρνηση έχει διαθέσει ένα ποσό της τάξεως άνω των 2 δις. ευρώ για επιδοτήσεις. Όπως δήλωσε δε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας «η ελληνική κυβέρνηση κάνει ήδη, και θα συνεχίσει να κάνει, το καλύτερο εφικτό για να περιορίσει τις αρνητικές συνέπειες της ακρίβειας». Σημείωσε ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να επιδοτεί λογαριασμούς ρεύματος και φυσικού αερίου, ενώ προχωρά τις επόμενες εβδομάδες, ανάλογα με την εκτέλεση του προϋπολογισμού και τον δυνητικό δημοσιονομικό χώρο, στην έκτακτη στήριξη αδύναμων συμπολιτών μας.
Στο μεταξύ, ψηλά στην ατζέντα της ΕΕ έχει μπει η ενεργειακή απεξάρτησή της από την Ρωσία καθώς εισάγει το 90% του φυσικού αερίου της, το 40% του οποίου ελέγχει η Ρωσία. Ο Φρανς Τίμερμανς, αντιπρόεδρος της Κομισιόν για την Πράσινη Συμφωνία, άφησε με δηλώσεις του ανοικτό το ενδεχόμενο να εξακολουθήσει ο λιγνίτης να παίζει ρόλο στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής για μερικά ακόμη χρόνια. Αλλά και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας στην πρόσφατη έκθεσή του περιλαμβάνει προτάσεις ώστε να μειώσει η Ευρώπη την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο ήδη από φέτος κατά 30-50%. Το 2021 η Ε.Ε. εισήγαγε 155 δις. κ.μ. αερίου από τη Ρωσία, που κάλυψαν το 45% της κατανάλωσής της.
Τα προτεινόμενα μέτρα συνίστανται μεταξύ άλλων στιν τερματισμό νέων συμβολαίων προμήθειας με τη Ρωσία, αντικατάσταση ρωσικών προμηθειών με αέριο από εναλλακτικές πηγές, επιτάχυνση της ανάπτυξης νέων αιολικών και φωτοβολταϊκών, μεγιστοποίηση της παραγωγής από τη βιοενέργεια και τα πυρηνικά, επιτάχυνση της χρήσης αντλιών θερμότητας αντί για λέβητες αερίου, καθώς και ενεργειακής αποδοτικότητας σε κτήρια και βιομηχανία, κ.ά.
Την ίδια ώρα, επανέρχεται στο προσκήνιο, στον απόηχο των δηλώσεων Τίμερμανς, ο λιγνίτης, όπως επίσης και οι υδρογονάνθρακες καθώς στη παρούσα συγκυρία η Ε.Ε. επιδεικνύει ελαστικότερη στάση για την πράσινη μετάβαση και στην κυβερνητική ατζέντα βρίσκεται σύμφωνα με πληροφορίες οι έρευνες υδρογονανθράκων στη χώρα μας.
