Πιο εύκολα οι βιομηχανίες μεταφέρουν το αυξημένο κόστος παραγωγής στις τιμές των προϊόντων που προορίζονται στην εγχώρια αγορά σε σχέση με τα αγαθά που εξάγονται σε άλλες χώρες, όπως δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον δείκτη τιμών παραγωγών.
Ειδικότερα, τον Ιούνιο ο Γενικός Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία (σύνολο εγχώριας και εξωτερικής αγοράς), σημείωσε αύξηση κατά 1,6% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2024, έναντι μείωσης 0,7% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών του έτους 2024 με το 2023.
Όμως ο δείκτης τιμών παραγωγού στην εγχώρια αγορά αυξήθηκε κατά 5% σε ετήσια βάση, όταν ο δείκτης τιμών παραγωγού εξωτερικής αγοράς μειώθηκε κατά 7,5% σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2024. Φαίνεται πως ο ισχυρότερος ανταγωνισμός εκτός συνόρων σε συνδυασμό με την ανάγκη να διατηρήσουν τα μερίδια αγοράς, αναγκάζει τις βιομηχανίες να απορροφήσουν ένα μέρος, τουλάχιστον, του αυξημένου κόστους στα αγαθά που εξάγουν, σε αντίθεση βέβαια με ό,τι συμβαίνει εντός των συνόρων.
Βέβαια, σημαντικό ρόλο στην αύξηση των τιμών των βιομηχανικών προϊόντων που προορίζονται για την εγχώρια αγορά, διαδραμάτισε ο κλάδος παροχής ρεύματος, φυσικού αερίου και κλιματισμού με αύξηση τιμών κατά 14,6%. Όμως, από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ βλέπουμε ότι οι τιμές παραγωγού στην βιομηχανία τροφίμων αυξήθηκαν κατά 2,6% για τα αγαθά που προορίζονται στην εγχώρια αγορά, ενώ μειώθηκαν κατά 13% για τα αγαθά που εξάγονται. Επίσης, σημαντική αύξηση κατά 8,6% παρουσίασε ο δείκτης τιμών παραγωγού στον κλάδο παραγωγής βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών σκευασμάτων.
Σε ό,τι αφορά τα αγαθά που εξάγονται, ο δείκτης τιμών παραγωγού για τις χώρες της ευρωζώνης μειώθηκε κατά 9,1%, ενώ στις χώρες εκτός ευρωζώνης κατά 6,6%.
Σημειώνεται πως ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία (αντικατέστησε τον Δείκτη Τιμών Χονδρικής Τελικών Προϊόντων) έχει ως σκοπό τη μέτρηση της μηνιαίας μεταβολής των τιμών των βιομηχανικών προϊόντων που παράγονται στο εσωτερικό της χώρας και διατίθενται στην εγχώρια και εξωτερική αγορά.
