Οι τρεις γέφυρες

της Μαρίας DAWKINSON

Ο ταξιτζής με κοίταξε στα μάτια μέσα από τον καθρέφτη του, έτσι όπως μας έπιασε τo κόκκινο στη συμβολή της Συγγρού. Ένα τρίτο γουρλωμένο μάτι που κρεμόταν από το παρμπρίζ με δερμάτινο κορδόνι με περιεργαζόταν ταυτόχρονα. Ντόπιο φολκλόρ με λανθάνουσα βουδιστική σημειολογία.

“Σας βλέπω. Είστε μία από ‘εκείνες'”, είπε και έριξε μια ματιά ανακριτική στο δεξί μου χέρι. “Κάνω έρευνα εδώ μέσα και έχω πάθει σοκ με το πόσοι πελάτες μου εκμυστηρεύονται ότι το σκέφτονται πλέον σοβαρά. Όλο και σε περισσότερους περνάει από το μυαλό να το κάνουν και δε ντρέπονται να το λένε σε μένα που είμαι κι άγνωστός. Έχει γίνει πολύ της μόδας. Δεν είναι αστείο. Γεμίζουν ολόκληρο στάδιο, τι στάδιο, ολόκληρη πόλη γεμίζουν! Πέντε χιλιάδες θα μπορούσαν να είναι τα θύματα ενός μεγάλου πολέμου, είναι πολύ περισσότεροι από όσους σκοτώσανε στους δίδυμους πύργους. Αλλά αλλιώς φαίνεται βλέπεις  το μαζικό μέσα σε μιά ώρα κι αλλιώς το κατά μόνας και στα μουλωχτά, χωρίς να το παίρνει χαμπάρι ούτε ο γείτονας. Το χειρότερο είναι ότι κανένας δεν ασχολείται μετά μαζί τους στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις. Σα να μην έγινε. Πιο άσημο νέο κι από ληστεία σε περίπτερο. Όταν το κάνεις μόνος σου δεν υπάρχει ούτε θύμα, ούτε θύτης. Τα δύο είναι ένα και το ένα γίνεται κανένα. Δε βγάζει είδηση, δεν πουλάει. Μην το σκέφτεστε καθόλου, δε θα κάνετε τη χάρη στα καθίκια…”

Κοίταξα το σημάδι μου πάνω στο οποίο φρέναρε και σταμάτησε το μάτι του, κατακόκκινη σαν το φανάρι, φρέσκια λεπτή γραμμή. Κόκκινη λεπτή γραμμή δεν ήταν κι ένα πολεμικό έργο; Δεν είχε άδικο να σκεφτεί αυτό που σκέφτηκε. Θα μπορούσε να είναι απόπειρα αν δεν ήμουν τόσο άτσαλη στην κουζίνα. “Αποτυχημένη απόπειρα ξεφουρνίσματος σπανακόπιτας είναι αυτό, αλλά έχετε δίκιο, δε θα τους κάνω ποτέ τη χάρη. Πόσο χρωστάω;” Με την ιδιότυπη κουβέντα είχαμε φτάσει στον προορισμό μας χωρίς να το καταλάβω. Έβγαλα ένα πεντάευρο – το καινούργιο, το πράσινο με την απεικόνιση ακόμα μιας αψίδας- και με το ένα πόδι έξω από το ταξί ανταλλάσσω δυο τελευταίες κουβέντες με τον οδηγό “Ορίστε πέντε του κουτιού. Έχετε παρατηρήσει ότι τα ευρώ έχουν εικόνες μόνο από καμάρες και γέφυρες; Τι σας λέει αυτό;” Με σηκωμένο φρύδι μου απάντησε ετοιμόλογα “Η Ευρώπη είναι απρόσωπη. Δεν έχει πρόσωπο και δε θα της μείνει ούτε άνθρωπος. Θα έχουμε πηδήξει όλοι από τις γέφυρες και της καμάρες των ευρώ της. Και χωρίς καμάρι. Αυτό μου λέει. Μην ‘το κάνετε’ όμως κύρια, εντάξει; “Όχι, σας το υπόσχομαι. Ούτε εσείς ναι;” του αποκρίθηκα.

Ούτε μία φορά δεν ξεστομίστηκε η λέξη. Το θέμα αναπτύχθηκε απενοχοποιημένα και με χαρακτηριστική ευκολία. Η έννοια συνηθίστηκε, όπως όλα συνηθίζονται με τη συχνότητα και τη διαρκή επανάληψη. Η λέξη όμως είναι ακόμα ταμπού.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ