του Αιμίλιου Περδικάρη
Η ώρα της αλήθειας έφτασε. Σε λίγες ώρες ξεκινά το… πρώτο ημίχρονο μιας εκλογικής μάχης με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν είναι μόνον ότι για πρώτη φορά αυτοδιοικητικές εκλογές θα διεξαχθούν μαζί με τις ευρωεκλογές, αλλά ότι το πολιτικό τοπίο που περιβάλλει τις κάλπες είναι για πρώτη φορά τόσο θολό.
Ο πολυκερματισμός του πολιτικού και κομματικού δυναμικού, η απουσία ταύτισης του εκλογικού σώματος με τα κόμματα όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν και το προηγούμενο των διπλών εθνικών εκλογών του 2012 που “απενοχοποίησε” την αντισυστημική και εκτός του παραδοσιακού δικομματισμού ψήφο, οι ιδιαίτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του Μνημονίου, οι ανεξάρτητες υποψηφιότητες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και οι δημοσκοπήσεις-γρίφος συνθέτουν ένα σκηνικό που ουδέποτε έχει υπάρξει και ουδεμία πρόβλεψη επιτρέπει.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι το βράδυ της Κυριακής θα ακούσουμε ότι “νίκησε η Τοπική Αυτοδιοίκηση”. Έχουν αλλάξει, όμως, πολλά πράγματα από τότε που πρωτοακούστηκε αυτή η φράση, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Γι’ αυτό και η φράση αυτή θα αποτελέσει κλειδί για πολλαπλές ερμηνείες του εκλογικού αποτελέσματος του πρώτου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών, κατά πώς συμφέρει τον καθέναν.
Το κρίσιμο τεστ, όμως, είναι οι ευρωεκλογές της επόμενης Κυριακής. Ως προς το πολιτικό σκηνικό, ισχύουν τα ίδια δεδομένα. Αν μπορέσει κάποιος να εμπιστευθεί τις δημοσκοπήσεις – που είναι επισφαλές, για το βασικό λόγο ότι οι ίδιοι οι δημοσκόποι παραδέχονται ότι αδυνατούν να βρουν δείγμα ή αυτό που θα βρουν τούς κοροϊδεύει – θα δει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μάλλον έχει το προβάδισμα. Το οποίο μπορεί να είναι από… μηδενικό έως μεγάλο – όχι πάντως τερατώδες.
Στην εκλογική εξίσωση, όμως, οι άγνωστοι παράγοντες είναι άλλοι. Είναι το ποσοστό της Χρυσής Αυγής, που αποτελεί πρωτοτυπία ως κόμμα με υπόδικους βουλευτές. Είναι το ποσοστό του Ποταμιού, το οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά και δεν έχει «μετρηθεί» σε εκλογική αναμέτρηση. Είναι οι αντοχές της ΔΗΜΑΡ και των Ανεξάρτητων Ελλήνων στις ισχυρές πιέσεις που δέχονται. Είναι η παρουσία των μικρότερων κομμάτων, σε συνθήκες “χαλαρής ψήφου” που επικρατούν στις ευρωεκλογές.
Κυρίως, όμως, είναι η εκλογική επίδοση της “Ελιάς”. Όχι γιατί συναρτάται με το μέλλον του ΠΑΣΟΚ, αλλά γιατί ο Ευάγγελος Βενιζέλος έσπευσε πρώτος να θέσει το δίλημμα της κυβερνητικής σταθερότητας, λαμβάνοντας υψηλό πολιτικό ρίσκο. Κι αν του βγει τελικώς, όχι μόνο θα βοηθήσει την ίδια την κυβέρνηση να ισχυροποιηθεί, αλλά και ο ίδιος θα κερδίσει πόντους στις εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ – που θεωρούνται δεδομένες.
Ένα τελευταίο – πλην εξίσου σημαντικό – παράδοξο: η αναγόρευση των ευρωεκλογών, κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ και δευτερευόντως από τους κυβερνητικούς εταίρους Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, σε εκλογική μάχη εθνικής σημασίας. Η κοντόφθαλμη αυτή λογική εξηγεί μάλλον για ποιο λόγο η Ελλάδα όλα τα προηγούμενα χρόνια έμεινε πίσω από τις εξελίξεις στην Ευρώπη και τελικά έγινε αντικείμενο χλευασμού από τους εταίρους της, στη δύσκολη ώρα.
Και παρότι ένα πρώτο βήμα να αλλάξει αυτό ήταν η συμμετοχή του Αλέξη Τσίπρα στο ευρω-ντιμπέιτ και η – κατά γενική ομολογία – θετική παρουσία του, ο ίδιος την ακυρώνει με την πολιτική που χαράσσει ο ΣΥΡΙΖΑ στο εσωτερικό και τη διγλωσσία του.
Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για την Ευρώπη. Ποτέ δεν είναι αργά.

