του Αιμίλιου ΠΕΡΔΙΚΑΡΗ
Και ξαφνικά, η Ελλάδα επανέρχεται στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου, αλλά για… κακό σκοπό. Όλοι μιλούν για πιστωτική ασφυξία, φοβούνται bank run, ξαναβάζουν στο προσκήνιο και στους κεντρικούς τίτλους τις λέξεις “χρεοκοπία” και “Grexit”.
Και κάπως έτσι, η κυβέρνηση μέσα σε ένα βράδυ, με την απόφαση της ΕΚΤ, κατάλαβε ότι η διαπραγμάτευση με τους εταίρους δεν είναι… κυριακάτικη εκδρομή.
“Και τώρα, τι κάνουμε;”, είναι το ερώτημα. Πρωτίστως, ψυχραιμία. Η αλήθεια είναι ότι η απόφαση της ΕΚΤ για τα ελληνικά ομόλογα ως ενέχυρο δεν επηρεάζει άμεσα τη ρευστότητα των τραπεζών, αλλά το κόστος δανεισμού τους, το οποίο είναι υψηλότερο διά μέσου του ELA. Όμως, για αρκετό χρονικό διάστημα, το 2012, οι ελληνικές τράπεζες χρηματοδοτούνταν κατά τον ίδιο τρόπο, οπότε το σκηνικό είναι γνωστό.
Συνεπώς, η κυβέρνηση έχει δίκιο να προσεγγίζει την απόφαση Ντράγκι ως μέσο άσκησης πολιτικής πίεσης για συμφωνία. Δεν έχει δίκιο, όμως, όταν εκτιμά – επιπόλαια μάλλον – ότι η πίεση αυτή αφορά στο Eurogroup. Σε μια διαπραγμάτευση δίνεις και παίρνεις. Κερδίζεις και χάνεις.
Τι θέλει, λοιπόν, να κερδίσει η κυβέρνηση και τι να χάσει στις συζητήσεις με τους εταίρους;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι δύσκολη, για έναν απλό λόγο: διότι δεν έχει ανοίξει τα χαρτιά της και αναμένει, με αμυντική τακτική, την πρώτη κίνηση από τους δανειστές, ενώ ο λόγος του Αλέξη Τσίπρα εξακολουθεί να μοιάζει διαφορετικός στο εσωτερικό – όπου χαϊδεύει αυτιά – και διαφορετικός στο εξωτερικό – όπου εμφανίζεται περισσότερο θεσμικός.
Από την άλλη πλευρά, αμηχανία χαρακτηρίζει και τη στάση των εταίρων. Από την “ψύχρα” του Ντάισελμπλουμ περάσαμε στην υποδοχή Ρέντσι και πάλι στην “πολιορκία” Γερμανίας-ΕΚΤ. Δέκα ημέρες γεμάτες εντάσεις και εναλλαγές συναισθημάτων, όχι όμως και με ουσιαστικό αποτέλεσμα, με ευθύνη και των δύο πλευρών.
Οι “τσαμπουκάδες” δεν ωφελούν. Όπως ούτε ωφελεί μια δουλοπρεπής προσέγγιση, την οποία, σε τελική ανάλυση, δεν έχει ανάγκη για λόγους ψυχολογίας και ο κόσμος. Το θετικό στοιχείο αυτών των 10 ημερών της διαπραγμάτευσης είναι ότι η κυβέρνηση δείχνει να σχεδιάζει μεθοδικά τις κινήσεις της – έστω και αν δεν ξέρει τι… θέλει. “Πάτημα” γι’ αυτό αποτελεί και το γεγονός πως ούτε οι δανειστές γνωρίζουν τι θέλουν.
Το πιθανότερο σενάριο είναι μια νέα τεχνική παράταση του Μνημονίου, έστω και με άλλη ονομασία, για ψυχολογικούς λόγους. Από εκεί και πέρα, και η κυβέρνηση και οι δανειστές θα κριθούν στην τέχνη της διαπραγμάτευσης, για την οποία γνωρίζουμε πως κάτι θα πάρουμε και κάτι θα χάσουμε και οι δύο πλευρές. Όλοι.
Πάντως, εμείς, δεν θα τα χάσουμε όλα – εκτός αν αποφασίσουμε να… αυτοκτονήσουμε. Και ας επιμένουν διαφορετικά τα πρωτοσέλιδα των ξένων εφημερίδων.
