Που κατευθύνεται παγκοσμίως η αγορά των Private Equity funds;

του Κωνσταντίνου ΒΕΡΓΟΥ

H παγκόσμια κρίση του 2007, οδήγησε σε κατάρρευση, όχι μόνο τις τιμές των μετοχών, αλλά και το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αν δεν υπήρχε η κολοσσιαία παρέμβαση της Αμερικάνικης κυβέρνησης, τόσο η παγκόσμια οικονομία όσο και το τραπεζικό σύστημα θα είχαν συρρικνωθεί με ανυπολόγιστες συνέπειες για την καθημερινή ζωή της σύγχρονης κοινωνίας. Ανάμεσα στα “στραβά” που υπήρχαν πριν την εκδήλωση της κρίσης ήταν ο υπερδανεισμών από τις τράπεζες των κάθε λογής funds, όπως των Private Equity (PE) funds.

Ουσιαστικά, τα PE funds όπως και άλλα funds που δημιουργήθηκαν, συμπλήρωναν τις τράπεζες και χρησιμοποιώντας κατά το ήμισυ (ή περισσότερο) των κεφαλαίων τους τραπεζικό χρήμα, εξαγόραζαν συμμετοχές σε άλλες εταιρίες όπου οι τράπεζες δεν θα μπορούσαν άμεσα να επενδύσουν λόγω μεγάλου ρίσκου και περιορισμού στο καταστατικό τους. Τα PE  funds δανείζονταν έναντι υψηλού επιτοκίου κεφάλαια, τα οποία διοχέτευαν σε επικερδείς επενδύσεις, πολλαπλασιάζοντας τα κέρδη τους ανά μονάδα ιδίων κεφαλαίων (ROE). Οι Τράπεζες, από την πλευρά τους, κέρδιζαν επίσης καθώς απολάμβαναν υψηλά επιτόκια στα κεφάλαια που δάνειζαν (υψηλό NIM και ΝΙΙ), ώστε να αποζημιώνονται για τους κινδύνους.

Το “σκάσιμο της φούσκας” που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ (ως πιο ανεπτυγμένη οικονομία παγκοσμίως) και ακολούθησε σε Ισπανία, Βρετανία, Ιρλανδία και λοιπές χώρες, ακολουθήθηκε από μία φάση “απομόχλευσης (deleveraging)” δηλαδή μείωσης ποσοστού δανεισμού,  επενδυτικής στασιμότητας και μόχλευσης. Ήδη, κατά το 2014 μπήκαμε σε εποχή παγκόσμιας μόχλευσης ξανά. Αυτή η καινούργια “αφθονία κεφαλαίων” έχει επιπτώσεις τόσο στην δομή της αγοράς όσο και στην κερδοφορία της, και ιδιαίτερα στην αγορά ΡΕ. Θα ανακεφαλαιώσω τα σημαντικότερα ευρήματα τόσο της Πανεπιστημιακής έρευνας σήμερα, όσο και των ανθρώπων της αγοράς , ηγετικών εταιριών σε Wholesale Banking, σε Restructuring, LBOs και PE funds, όπως Goldman Sachs και Blackstone, όπως αυτά παρουσιάστηκαν πριν δύο μέρες στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στο PE Forum όπου είχα την τιμή να συμμετέχω και επιθυμώ να σας μεταφέρω, περιληπτικά.

Το πρώτο στοιχείο που αλλάζει στην αγορά ΡΕ είναι ο προσανατολισμός. Η “αξία” του μάνατζμεντ πλέον θεωρείται μικρής ή μηδενικής αξίας, σε αντίθεση με το παρελθόν, και έτσι πλέον οι εξαγορές  θα εστιάζονται όλο και περισσότερο real assets, με την συντηρητική έννοια, περιουσιακά στοιχεία όπως γή, κτίρια, και φυσικά σε λιμάνια, αεροδρόμια, και ότι γενικώς υποδομή ενώ επίσης θα ενδιαφέρονται λιγότερο π.χ. για δίκτυα πωλήσεων, ή προϊόντα, τα οποία θεωρούν υψηλότερου κινδύνου και αμφισβητήσιμης αξίας, λόγω κινητικότητας της αγοράς.

Το δεύτερο εύρημα, είναι η κερδοφορία. Η αγορά ΡΕ είθισται , και συνεχίζει, να αποτιμά εταιρίες με τον πολλαπλασιαστή EV/EBITDA, όπου EV είναι γενικά η χρηματιστηριακή αξία ιδίων κεφαλαίων+χρέους, ενώ EBITDA είναι τα λειτουργικά κέρδη προ φόρων και αποσβέσεων. Η αγορά ΡΕ υπέστη καθίζηση, με την μέση εξαγορά να πέφτει από πολλαπλασιαστή 10 , στις προ 2008 εποχές, στο 8 (ΗΠΑ) και 9 (Ευρώπη), αλλά πρόσφατα άρχισε να ανακάμπτει σε επίπεδα κοντά στο 9,5-10. Στο 9,7 για την ακρίβεια είναι τώρα.

Το τρίτο είναι η αποδοτικότητα. Η αγορά ΡΕ συνεχίζει να έχει, παρά το ότι στρέφεται σε επενδύσεις με ρίσκο, σε υψηλή μέση αποδοτικότητα. Η ετήσια αποδοτικότητα  κινείται σε επίπεδα άνω του 12%, περίπου 400 μονάδες βάσης πάνω από την μέση απόδοση του συνόλου των εταιριών. Πάντως θα αποφύγουν γενικά επενδύσεις με IRR μικρότερο από 20%-25% στο επόμενο διάστημα, για να αντισταθμίσουν μελλοντικούς κινδύνους.

Τέλος, αναμένεται να υπάρξουν περισσότερες επενδύσεις στο επόμενο διάστημα, καθώς το 40% των επαγγελματιών του χώρου είναι υπό-επενδεδυμένοι και επιθυμούν να επενδύσουν περισσότερο.

Οι χώρες στις οποίες θα υπάρξει επένδυση, όμως, στο επόμενο διάστημα, φαίνεται ότι είναι περιορισμένες. Οι εταιρίες του κλάδου θα επενδύσουν κυρίως στις ΗΠΑ και Αγγλία, ενώ βρίσκουν εξαιρετικά αδιάφορη την Ευρωζώνη. Το παραπάνω εύρημα, είναι ίσως και το μεγάλο καμπανάκι για την Γερμανοκρατούμενη ΕΕ, ή οποία φαίνεται ότι κινείται σε ένα ‘τυφλό μοντέλο λιτότητας που είναι εχθρικό όχι μόνο για  τους λαούς της Ευρώπης, αλλά και για το επιχειρηματικό περιβάλλον.

* ο Κωνσταντίνος Βέργος είναι Καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο Πόρτσμουθ στην Αγγλία

Σημείωση: Το παρόν άρθρο εκφράζει τις προσωπικές απόψεις του γράφοντος, δεν αποτελεί οδηγό ή σύσταση για επενδύσεις οποιασδήποτε μορφής προς οιονδήποτε και για οτιδήποτε τίτλο ή παράγωγο αυτού.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ