Τί 30 τί 40 τί 50…

του Γιάννη Λεοντάρη

Η συλλογιστική της κυβέρνησης στην οικονομική της πολιτική αρχίζει και θυμίζει πλέον τον παραπάνω τίτλο της γνωστής ελληνικής ταινίας, με αφορμή τη φημολογούμενη αύξηση του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ από το 23% στο 24%.

Από την Τετάρτη έχουν «παρελάσει» από τηλεοπτικά κανάλια και ραδιοφωνικούς σταθμούς ουκ ολίγα κυβερνητικά στελέχη, τα οποία παρότι δεν τοποθετήθηκαν σαφώς υπέρ της συγκεκριμένης αύξησης, εντούτοις το «σκεπτικό» των περισσότερων από αυτά κινείτο στη λογική «τί 23% τί 24%».

Στην ίδια ακριβώς λογική που κινούντο, σχετικά πρόσφατα, και οι δηλώσεις βουλευτών της κυβερνητικής πλειοψηφίας με αφορμή την πρόσφατη θέσπιση ειδικού φόρου κατανάλωσης στο κρασί. «Εντάξει τώρα πώς κάνετε έτσι για 5 λεπτά παραπάνω στην τιμή του μπουκαλιού; Δηλαδή αυτός που θα δώσει 10 ευρώ για ένα μπουκάλι κρασί θα έχει πρόβλημα να δώσει 10 ευρώ και 5 λεπτά;» έλεγε πρόσφατα ένας βουλευτής της συγκυβέρνησης.

Εκ του αποτελέσματος όμως φαίνεται ότι, προς έκπληξη ίσως του συγκεκριμένου βουλευτή, και όχι μόνον αυτού, ότι η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι μάλλον θετική, καθώς σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το ΥΠΟΙΚ, τα κρατικά έσοδα από τη φορολογία στο κρασί μειώθηκαν μετά την επιβολή του συγκεκριμένου φόρου!

Ακόμα όμως και αν δεχτούμε ότι το συγκεκριμένο σκεπτικό «τί 23% τί 24%» έχει μια λογική, το χειρότερο είναι η εικόνα που δίνουμε προς τα έξω με τέτοιες λογικές. Πρόσφατα μιλούσα με 2 Έλληνες συναδέλφους μου που είναι ανταποκριτές μεγάλων ειδησεογραφικών πρακτορείων του εξωτερικού, και αυτό που μου έλεγαν είναι πως η παραπάνω λογική, όπως και η λογικές του «ράβε – ξήλωνε» και του «πετάω κάτι για να κόψω αντιδράσεις, και μετά πράττω αναλόγως» έχει δημιουργήσει στο εξωτερικό την εικόνα ότι η Ελλάδα δεν έχει επί της ουσίας μια συγκεκριμένη πολιτική με συγκεκριμένους στόχους, σχεδιασμό κ.λπ., αλλά τα πάντα βασίζονται στη λογική του σχεδιασμού «στο πόδι» και στη λογική της αποφυγής του πολιτικού κόστους.

Αυτό, όπως μου εξηγούσαν, έχει τεράστιες συνέπειες στην αξιοπιστία της ελληνικής κυβέρνησης επάνω στο θέμα αυτό, με συνέπεια οι εκπρόσωποι των δανειστών να είναι ιδιαίτερα καχύποπτοι και να απαιτούν πολλές φορές περισσότερα και πιο «σίγουρα εισπράξιμα» μέτρα όχι επειδή δε θα αρκούσαν και ηπιότερα μέτρα, αλλά επειδή δεν είναι καθόλου σίγουροι ότι η κυβέρνηση θα έχει τη βούληση (λόγω ακριβώς του πολιτικού κόστους) να βάλει τους κρατικούς μηχανισμούς να λειτουργήσουν ώστε να αποδώσουν και στην πράξη τα συγκεκριμένα μέτρα.

«Δυστυχώς αυτή η λογική της αποφυγής του πολιτικού κόστους μας έχει φάει και είναι αυτό που μας έχει κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά στην εικόνα μας στο εξωτερικό», μου εξηγούσαν οι 2 συνάδελφοι. Άδικο έχουν;…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ