“Η άσκηση της πολιτικής μισθών, και το πλαίσιο διαμόρφωσης αυτών, στα χρόνια πριν την εκδήλωση της κρίσης συνέβαλε ουσιαστικά στη διάβρωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας”. Έτσι ξεκινάει η ειδική αναφορά του ΣΕβ για την ανταγωνιστικότητα και του μισθούς στην Ελληνική αγορά και συνεχίζει.
” Επιπλέον, λειτούργησε προστατευτικά προς το μέρος της οικονομίας το οποίο δεν εκτίθεται στο διεθνή ανταγωνισμό και δεν παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, φέρνοντας τους κλάδους που προσπαθούσαν να παραμείνουν διεθνώς ανταγωνιστικοί σε συγκριτικά δυσμενή θέση. Το αποτέλεσμα ήταν μια προσωρινή βελτίωση αποδοχών και του βιοτικού επιπέδου, που όμως για τους περισσότερους δεν ήταν διατηρήσιμη και η οποία κατέρρευσε με την εκδήλωση της κρίσης.
Η αύξηση των μισθών από μόνη της δεν ήταν το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ότι η χώρα επιχείρησε να θεσμοθετήσει αποδοχές ανεπτυγμένης χώρας, χωρίς όμως να προσφέρει το πλαίσιο λειτουργίας αγορών, τη θεσμική ωριμότητα και τη δυνατότητα ανάπτυξης της ιδιωτικής οικονομίας και του τομέα «διεθνώς εμπορεύσιμων» που προσφέρουν οι ανεπτυγμένες χώρες.
Η κρίση κατέδειξε με τον πλέον επώδυνο τρόπο πως εάν οι αυξήσεις των μισθών δεν είναι συνεπείς με την πραγματικότητα που διαμορφώνουν παράγοντες όπως το μη μισθολογικό κόστος, η ικανότητα μετασχηματισμού της παραγωγής, το ρυθμιστικό και διοικητικό περιβάλλον, το κόστος χρηματοδότησης, η μακροοικονομική αβεβαιότητα και η λειτουργία «του κράτους δικαίου», τότε η εσωτερική και διεθνής ανταγωνιστικότητα της χώρας χειροτερεύει, αποθαρρύνεται η οικονομική ανάπτυξη και οδηγούμαστε σε απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας, απώλεια θέσεων εργασίας και μείωση εισοδημάτων για όλο και περισσότερα νοικοκυριά.
Το μάθημα της κρίσης προς όλους πρέπει να είναι σαφές: Μια προσπάθεια να νομοθετήσουμε μια επιστροφή στο παρελθόν, να βγούμε από την κρίση μέσω της πόρτας που μας έβαλε σε αυτή διατηρώντας τις δομικές αδυναμίες του παρελθόντος, θα καταστρέψει ό,τι έχει απομείνει όρθιο στη χώρα ως ανταγωνιστικός και βιώσιμος τομέας «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών και υπηρεσιών. Αντίθετα, μια προσπάθεια να διορθώσουμε τις αδυναμίες του παρελθόντος τελικά θα οδηγήσει σε μόνιμη και βιώσιμη ενίσχυση της απασχόλησης καθώς και των αποδοχών. Καθώς θα προσπαθούμε συνεπώς να διορθώσουμε τις διαρθρωτικές και θεσμικές αδυναμίες που ακόμα επιμένουν, οι αποφάσεις για αύξηση των μισθών πρέπει να συνδέονται με την αύξηση της παραγωγικότητας στους κλάδους των «διεθνώς εμπορεύσιμων» αγαθών και υπηρεσιών. Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι προϋπόθεση για την παράλληλη αύξηση των μισθών και ο μόνος τρόπος ώστε να διανεμηθεί στη κοινωνία το «μέρισμα της παραγωγικότητας» χωρίς να υπονομευτεί η ανάπτυξη”
Για να καταλήξει πως “Με την επέλαση της κρίσης όλοι στη χώρα πλέον είδαν ότι η αποτυχία ενίσχυσης της μη μισθολογικής ανταγωνιστικότητας είχε ως αποτέλεσμα ότι τα υφιστάμενα επίπεδα μισθών δεν μπορούσαν να διατηρηθούν και να επιβιώσουν της διάβρωσης ανταγωνιστικότητας που προέκυπτε συνδυαστικά από άλλους παράγοντες. Αυτό έγινε επειδή η ελληνική οικονομία και η οικονομική πολιτική δεν φρόντισε τη βελτίωση της μη μισθολογικής ανταγωνιστικότητας, συνέβαλε μάλιστα στην επιδείνωσή της με διαβρώσεις που ξεκινούσαν από το κόστος ενέργειας και το κόστος της χρηματοδότησης, το μη μισθολογικό κόστος και τη φορολογική αβεβαιότητα, την διαφθορά, την σταδιακή σώρευση των κακής ποιότητας ρυθμίσεων ως προς την αδειοδότηση και λειτουργία των επιχειρήσεων, τις δυσλειτουργίες της διασύνδεσης εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας και τις ατέλειες του φορολογικού συστήματος και των (αντι)κινήτρων που αυτό δίνει και καταλήγουν σε γενικότερες αδυναμίες στη λειτουργία «του κράτους δικαίου» και την αργή απονομή της δικαιοσύνης. Σήμερα η κοινωνία και όσοι συμμετέχουν στο σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει και δεν μπορεί να συνεχισθεί, γιατί οι συνέπειες αυτών των αδυναμιών στο τέλος ασκούν αμείλικτες πιέσεις στο μισθολογικό κόστος, στην παραγωγική εργασία και στις παραγωγικές επιχειρήσεις”.
Η πλήρης αναφορά του ΣΕΒ εδώ