Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής: Τί διαπιστώνει και τί προτείνει για την οικονομία

Θετικά αντιμετωπίζει τις εξελίξεις για την ελληνική οικονομία το γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, στην έκθεσή του που καταγράφει τις εξελίξεις για το τρίμηνο Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2017.

Όπως αναφέρει, μεταξύ άλλων, η έκθεση, κατά το παραπάνω διάστημα ολοκληρώθηκε η δεύτερη αξιολόγηση, ενώ η χώρα βγήκε από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, ενώ υποχώρησαν και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων στο 5,33%, αν και επισημαίνεται πως εξακολουθούν να κινούνται σε σημαντικά μεγαλύτερο επίπεδο από τις αντίστοιχες αποδόσεις της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας.

Η έκθεση σημειώνει ακόμα ότι η Ελλάδα “ακόμα και αν όλα πάνε καλά, θα υπάγεται στους ισχύοντες για τα κράτη μέλη περιορισμούς της δημοσιονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ και ειδικά της Ευρωζώνης» σημειώνεται χαρακτηριστικά. Σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι «ακόμα και μια “καθαρή” έξοδος στις αγορές δεν συνεπάγεται και έξοδο από κάθε επιτήρηση! Επίσης, η πιθανόν αναγκαία προληπτική γραμμή στήριξης και ακόμη περισσότερο τα μέτρα ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους θα συνοδεύονται από οικονομική εποπτεία”.

Αναφορικά με την πορεία της ελληνικής οικονομίας, η έκθεση του γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι,”οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης βελτιώθηκαν. Η Ελλάδα φαίνεται ότι βγαίνει από την κρίση. Για το 2017 αναμένεται σύμφωνα με τις κυβερνητικές προβλέψεις ότι η οικονομία θα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης με 1,8%. Το προσχέδιο κρατικού Προϋπολογισμού για το 2018 προβλέπει ρυθμό μεγέθυνσης 2,4%”.

Η έκθεση επισημαίνει ακόμα την ανάγκη επενδύσεων άνω των 100 εκατ. ευρώ στην ελληνική οικονομία για την πενταετία 2017 – 2022, και τονίζει τη βελτίωση της μακροοικονομικής εικόνας της χώρας, πράγμα στο οποίο, όπως αναφέρει, “έχει συμβάλει η εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής στο οποίο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η σταδιακή αποπληρωμή των οφειλών του κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και η προσπάθεια απεμπλοκής συμβολικά και υλικά σημαντικών ιδιωτικοποιήσεων όπως το Ελληνικό.”.

Για τον μεταποιητικό τομέα η έκθεση αναφέρει ότι “παρατηρήθηκε το Σεπτέμβριο η εντονότερη άνοδος της παραγωγής από τον Ιούνιο του 2008”, ενώ για την πορεία της βιομηχανίας αναφέρει ότι “ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών στη Βιομηχανία βρίσκεται σε άνοδο, ενώ και το ισοζύγιο των επιχειρήσεων κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2017 είναι θετικό. Ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος, βάσει των στοιχείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Σεπτέμβριο 2017 διαμορφώθηκε στις 100,6 μονάδες, από 99 μονάδες τον Αύγουστο και 98,2 μονάδες τον Ιούλιο του 2017.”

Σε ότι αφορά στην πορεία της ανεργίας η έκθεση σημειώνει ότι φέτος “υποχωρεί ραγδαία και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2017, η κυβέρνηση εκτιμά ότι θα προσεγγίσει το 20%, για την ακρίβεια θα διαμορφωθεί στο 20,2%. Τον περασμένο Ιούνιο διαμορφώθηκε στο 21,2%, από 23,5% που ήταν ο μέσος όρος το 2016, 25% το 2015, 26,5% το 2014 και 27,5% το 2013. Για το 2018 εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 19%. Ωστόσο, όπως δείχνουν τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, είναι υψηλό το ποσοστό των απασχολούμενων μερικής απασχόλησης και οι μέσες μεικτές αποδοχές τους ανέρχονται σε 394,13 ευρώ! Συναφώς, στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από τη συγκέντρωση σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης.”.

Ωστόσο, η έκθεση τονίζει και τα αρνητικά σημάδια που δείχνουν συνέχιση της κρίσης: “πολλές ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να «φεύγουν» προς Βουλγαρία και Κύπρο, όπου την ανάπτυξή τους ευνοούν οι χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές και ασφαλιστικές εισφορές, ο ευκολότερος τραπεζικός δανεισμός και γενικά μια λογική καλωσορίσματος επενδύσεων.

Κατά την εκτίμησή μας δεν έχει αποκατασταθεί εκείνη η εμπιστοσύνη της οικονομίας από την οποία εξαρτώνται οι πραγματικά παραγωγικές επενδύσεις. Ο κρατικός μηχανισμός με το τωρινό νομικό σύστημα εξακολουθεί να φέρνει εμπόδια σε μεγάλα επενδυτικά σχέδια.

Η ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτεί παραγωγικές επενδύσεις στην οικονομία εξακολουθεί να περιορίζεται από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (κόκκινα δάνεια). Ορισμένες μεταρρυθμίσεις υλοποιούνται, αλλά γενικά διαπιστώνουμε βραδύτητα. Συναφώς, κρίσιμες αποφάσεις έχουν μετατεθεί για το 2018. Από τις δημοσιονομικές επιδόσεις ως τότε θα εξαρτηθεί αν θα χρειασθούν νέα μέτρα το 2018 και αν θα ενεργοποιηθούν νωρίτερα τα προβλεπόμενα για το 2019 -2020 μέτρα (περικοπές στις συντάξεις και μείωση του αφορολόγητου). Ανησυχία, ωστόσο, προκαλούν τα έσοδα από τη φορολογία. Επίσης, η χώρα παραμένει τρωτή έναντι απρόοπτων και απότομων εξωτερικών διαταραχών («σοκ») κυρίως λόγω του υπέρογκου χρέους. Το γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής υποστήριξε εξ αρχής ότι χρειάζεται να εξαλειφθεί ιδίως αυτή η πηγή κινδύνων”.

Αναφορικά με τις δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας, η έκθεση αναφέρει ότι “η δημοσιονομική πορεία μειώνει την αβεβαιότητα βραχυχρόνια. Ο γενικός στόχος για το 2017 και 2018 είναι να επιτευχθούν πρωτογενή πλεονάσματα 1,75% ΑΕΠ και 3,5% ΑΕΠ αντίστοιχα. Η κυβέρνηση ελπίζει ότι θα αποφευχθεί η λήψη νέων μέτρων εισπρακτικού χαρακτήρα το 2018.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για το εννεάμηνο Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 2017, ο στόχος για το έτος αυτό επιτυγχάνεται. Επίσης, το υπουργείο οικονομικών ανεπίσημα πληροφορεί ότι για ολόκληρο το 2017 οι θεσμοί συμφωνούν ότι θα επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ, δηλαδή 1,05% πάνω από τον στόχο της χρονιάς. Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις αυτές τότε θα υπάρχει ένα περιθώριο πάνω από 1,8 δισ. ευρώ για τη διανομή “κοινωνικού μερίσματος”. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να το διανείμει ως το τέλος του τρέχοντος έτους. Η εξαγγελία κάνει πάλι επίκαιρο το δίλημμα «αναδιανομή ή ανάπτυξη». Σημειώνουμε ότι ο τρόπος χρησιμοποίησης των πόρων που προκύπτουν από την υπέρβαση των συμφωνημένων δημοσιονομικών στόχων έχει σαφώς καθορισθεί στις συμφωνίες με τους θεσμούς, πράγμα που περιορίζει τη σχετική διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης”.

Τί συστήνεται στην κυβέρνηση

Οι συστάσεις προς την κυβέρνηση της έκθεσης του γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής είναι οι εξής:

“- Να επιταχύνει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που συμβάλλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας, στη διάχυση της καινοτομίας και επομένως, της δυνητικής παραγωγικής ικανότητας (growth potential). Πολλές μεταρρυθμίσεις παραμερίζουν τα εμπόδια για παραγωγικές επενδύσεις. Σοβαρές επενδυτικές αποφάσεις εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, τη σταθερότητα του φορολογικού συστήματος (όπου ένα πρώτο βήμα έγινε με την πρόβλεψη στον αναπτυξιακό νόμο ότι επενδύσεις που υπάγονται σε αυτόν δεν θα φοβούνται αλλαγές για μια δεκαετία), τη χωροταξία που θα βελτίωνε την προβλεψιμότητα της ρυθμιστικής πολιτικής και την αποτελεσματικότερη Δημόσια Διοίκηση. Υπενθυμίζουμε ότι σε σχέση με την τελευταία η χώρα έχει δεσμευθεί για σειρά αλλαγών (αξιολόγηση κλπ), που όμως αντιμετωπίζουν ισχυρές αντιδράσεις.

– Να εντείνει τις προσπάθειες για ρύθμιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

– Να συνεχίσει τις προσπάθειες για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, μειώνοντας το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής στα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.

– Να ολοκληρώσει την επανεξέταση των κρατικών δαπανών (spending review). Η διαδικασία έχει ήδη αρχίσει με πρωτοβουλία του Αν. Υπουργού Οικονομικών και φαίνεται ότι αποδίδει αν κρίνουμε από την προβλεπόμενη για το 2018 μείωση της κρατικής κατανάλωσης. Συναφώς, η επανεξέταση δεν θα πρέπει να έχει μοναδικό στόχο τη μείωση των δαπανών αλλά κυρίως τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας τους με τις αναγκαίες ανακατανομές.

– Να εντείνει τις προσπάθειες κατά της φοροδιαφυγής αρχίζοντας από τις εμφανέστερες και μεγάλες ευκαιρίες για φοροδιαφυγή που συνδέονται με τη διακίνηση του πετρελαίου.

– Να αξιοποιήσει πλήρως, εγκαίρως και αποτελεσματικά όλες οι δυνητικές πηγές ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.

– Να εκτελεί ομαλά τον προϋπολογισμό, τόσο από την πλευρά των εσόδων όσο και από την πλευρά των δαπανών, ώστε να αποφευχθεί η ανάγκη λήψης επιπλέον δημοσιονομικών μέτρων.

– Να συνεχίσει την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου, χωρίς τη μαζική συσσώρευση νέων.”.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ