Νίκος Βέττας: Ναι, θα υπάρξει εποπτεία και μετά τη λήξη του προγράμματος

Το μεγάλο χρέος που έχει η Ελλάδα προς τρίτες χώρες κάνει φυσιολογική την ύπαρξη εποπτείας μετά την λήξη του προγράμματος διάσωσης, κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως “χαρτί” για τη μείωση του κόστους χρηματοδότησης όταν διαπιστώνεται πρόοδος από τους εταίρους, δήλωσε ο  Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ καθηγητής Νίκος Βέττας, κατά την παρουσίαση της έκθεσης του ιδρύματος. 

Το 2017 είχε θετικό πρόσημο σε ότι αφορά τη δημοσιονομική ισορροπία αλλά με χαμηλότερο από τον επιθυμητό ρυθμό μεγέθυνσης. Η ανάκαμψη που παρατηρήθηκε στηρίζεται σε δύο λόγους. Σε αντιδιαστολή με το παρελθόν υπάρχει πλέον συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για την ανάγκη εφαρμογής των προγραμμάτων και της αποφυγής διενέξεων με δανειστές και εταίρους. Η ισχυρή ανάπτυξη στο εξωτερικό περιβάλλον και ειδικά στην Ευρώπη, λειτουργεί ευεργετικά και σπρώχνει την οικονομία προς τα πάνω. 
Το 2018 θα είναι μια ιδιαίτερα σημαντική και κρίσιμη χρονιά. Στο βαθμό που δεν θα εκδηλωθούν σημαντικές εκπλήξεις, η ανάκαμψη της οικονομίας θα συνεχιστεί, και σχετικά θα ενδυναμωθεί. Η κεντρική εκτίμηση είναι ότι η μεγέθυνση σε πραγματικούς όρους λίγο κάτω από 1,5% την περασμένη χρονιά θα αυξηθεί σε λίγο πάνω από 2% για την τρέχουσα. 
Η κεντρική αυτή πρόβλεψη, όμως, προϋποθέτει, έστω και μικρή, βελτίωση του επενδυτικού κλίματος. Χωρίς ανάκαμψη των επενδύσεων, η οικονομία θα βρεθεί και πάλι σε οδυνηρή στασιμότητα. 
Δεν πρέπει να υποτιμήσει κάποιος το γεγονός πως ο ρυθμός μεγέθυνσης για το περασμένο έτος ήταν στο μισό από τον στόχο που είχε τεθεί από την οικονομική πολιτική μέσω του προϋπολογισμού και του προγράμματος. Συνολικά, ακόμη και μια μεγέθυνση λίγο άνω του 2% στην τρέχουσα χρονιά θα υπολείπεται του επιπέδου που θα σηματοδοτούσε τη σημαντική άμβλυνση των κινδύνων για τους δυνητικούς επενδυτές και θα βελτίωνε αισθητά την κατάσταση των νοικοκυριών και επιχειρήσεων τα οποία σήμερα κινούνται οριακά. Σε σύγκριση με τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών οικονομιών, η απόκλιση θα αυξάνεται αντί να μειώνεται.
Οι αλλαγές που συμβαίνουν στην παγκόσμια σκηνή κατά την διάρκεια που η Ελλάδα βρίσκεται σε πρόγραμμα δεν πρέπει να υποτιμάται. Η Ευρωζώνη δημιούργησε μηχανισμούς ελαχιστοποίησης της επίπτωσης των κρίσεων που προκύπτουν από οικονομικές και χρηματοπιστωτικές ανισορροπίες. Η Ευρώπη εμφανίζεται έτοιμη να εμβαθύνει την ολοκλήρωσή της, συμπεριλαμβανομένης της τραπεζικής και δημοσιονομικής ένωσης, ενώ η οικονομία προχωράει καλά, παρά το Brexit. Η παγκόσμια ανάπτυξη είναι επίσης ισχυρή, επιδεικνύοντας ίσως και υπερβολική διάθεση για ανάληψη κινδύνων και νέο δανεισμό. 
Με τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, δύσκολα θα υπάρξει άλλο επίσημο πρόγραμμα, με την έννοια του νέου δανεισμού, κυρίως για πολιτικούς λόγους και παρά το γεγονός πως τα επιτόκια δανεισμού στις αγορές αναμένονται υψηλά. Ταυτόχρονα, οι κύριες υποχρεώσεις που συνεπάγονταν τα προγράμματα θα παραμένουν σε ισχύ.
Εφόσον η εποπτεία της ελληνικής οικονομίας από τους πιστωτές της θα συνεχιστεί, στο ορατό μέλλον, κατ’ ελάχιστον μέσω των μέτρων ρύθμισης του χρέους, το ζητούμενο θα πρέπει να είναι όχι το να αγνοηθεί ως περιορισμός αλλά να μετατραπεί σε εργαλείο για μείωση του κόστους χρηματοδότησης και ενίσχυση των ρυθμών ανάπτυξης. 
Μετά το καλοκαίρι του 2015 και την επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, και μετά την έξοδο από τα προγράμματα των άλλων αδύναμων οικονομιών και με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης συνολικά στην Ευρωζώνη, η Ελλάδα δεν λογαριάζεται ως συστημικά επικίνδυνη. Στασιμότητα στην Ελλάδα, ακόμη και επί μακρόν, δεν θα ήταν μη ανεκτή οικονομικά και μη αποδεκτή πολιτικά από το ευρωπαϊκό περιβάλλον. Το αν η οικονομία θα τεθεί σε τροχιά ανάπτυξης θεωρείται πλέον ευθύνη μόνο της ίδιας της χώρας και το τι θα μπορεί να αποφασιστεί στο εξωτερικό, μικρή επίδραση μπορεί να έχει σχετικά. Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του τρίτου προγράμματος, θα πρέπει να δημιουργηθεί, όχι μόνο ένα «μαξιλάρι» στη δημόσια χρηματοδότηση, αλλά κυρίως ένα «μαξιλάρι» ανάπτυξης και αξιοπιστίας με επιτάχυνση των θεσμικών τομών
Η επιτυχία της πορείας της οικονομίας θα εξαρτηθεί ευθέως και εμφατικά από τον ρυθμό προόδου στη μείωση των εμπορίων εισόδου, ιδίως όσων σχετίζονται με τη δημόσια διοίκηση, και στο άνοιγμα των αγορών για παραγωγή. Αν οι προ-κρίσης συνήθειες κυριαρχήσουν, τότε οι ρυθμοί ανάπτυξης θα παραμείνουν συστηματικά χαμηλότεροι από τους επιθυμητούς. 

Η τριμηνιαία έκθεση του ΙΟΒΕ προβλέπει συνέχιση της περυσινής ώθησης στην εγχώρια οικονομία από τις εξαγωγές (+7,0%) ενώ εκτιμά ελαφρώς μικρότερη την συμβολή των επενδύσεων στην αύξηση του ΑΕΠ (+16%), από επιτάχυνση ΠΔΕ, σε εξωστρεφείς τομείς (μεταποιητικούς, τουρισμό) και σε αποκρατικοποιήσεις – ιδιωτικοποιήσεις. 
Το ΙΟΒΕ εκτιμά περαιτέρω αποκλιμάκωση της ανεργίας το 2018, από νέα διεύρυνση της απασχόλησης στους εξωστρεφείς τομείς οι οποίοι συνέβαλαν και πέρυσι στην πτώση της. Επίσης μεγαλύτερη συμβολή στην απασχόληση από τον Κατασκευαστικό τομέα (ΠΔΕ, ιδιωτικοποιήσεις, νέες οικοδομές). Διεύρυνση της απασχόλησης, μόνιμης και προσωρινής, στο δημόσιο τομέα. Εκτιμά την ανεργία στην περιοχή του 20% το 2018, ίσως ελαφρώς χαμηλότερα. 

Σε ότι αφορά το τραπεζικό σύστημα, το ΙΟΒΕ εκτιμά συνέχιση της σταδιακής αποκατάστασης εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα, με σημαντικές προκλήσεις να παραμένουν το 2018. Η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα παρέμεινε σε πτωτική τροχιά το 2017, αν και με φθίνοντα ρυθμό, τάση η οποία αναμένεται να συνεχιστεί φέτος, τουλάχιστον έως την ολοκλήρωση του stress test των τραπεζών και τη διαχείριση των αποτελεσμάτων του και την περαιτέρω πρόοδο στη διαχείριση των “κόκκινων δανείων”. Στις θετικές τάσεις που καταγράφηκαν πέρυσι και αναμένεται να συνεχιστούν το 2018, περιλαμβάνονται η σταδιακή αλλά σταθερή επιστροφή καταθέσεων, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, καθώς και η ήπια περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, αναφέρεται.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ