ΙΟΒΕ: Στο 2,1% θα ανέλθει η ανάπτυξη το 2018, στο 19,8% θα πέσει η ανεργία

Επιτάχυνση της ανάπτυξης στην Ελλάδα το 2018, η οποία όμως θα κινηθεί χαμηλότερα από τις προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένει το ΙΟΒΕ, σύμφωνα με την τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία που παρουσιάστηκε σήμερα.

Ειδικότερα, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι η Ελλάδα θα εμφανίσει το 2018 ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 2,1% (οι εκτιμήσεις του ΥΠΟΙΚ και της ΕΕ κάνουν λόγω για ανάπτυξη 2,5%), λόγω της τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, των επενδύσεων και της ανάκαμψης της κατανάλωσης.

Πιο αναλυτικά, το Ινστιτούτο αναμένει τόνωση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας από τη συνέχιση της ανόδου των εξαγωγών (+8%), ενώ τονίζει ότι σημαντική αναμένεται και η συμβολή των επενδύσεων στην αύξηση του ΑΕΠ, από την επιτάχυνση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, σε εξωστρεφείς τομείς (μεταποιητικούς, τουρισμό, μεταφορές) και σε αποκρατικοποιήσεις – ιδιωτικοποιήσεις. Θετικά θα συμβάλει, επίσης, η κατανάλωση των νοικοκυριών, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί κατά 1%, λόγω της κάμψης της ανεργίας, παρά τις περιοριστικές πιέσεις από τα νέα δημοσιονομικά μέτρα (αυξήσεις άμεσων και έμμεσων φόρων, επιβολή νέων έμμεσων φόρων).

Όσον αφορά την επίτευξη των ταμειακών στόχων του Προϋπολογισμού στο πρώτο δίμηνο του 2018, το ΙΟΒΕ αναφέρει ότι οφείλεται κυρίως στα υψηλότερα καθαρά έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού, τα οποία προήλθαν από τα μεγαλύτερα μη φορολογικά έσοδα και την αύξηση των εισπράξεων φόρων παρελθόντων ετών, αλλά και από την υπέρβαση του στόχου στο μέτωπο των δαπανών, που επιτεύχθηκε πρωτίστως λόγω των χαμηλότερων από τις προγραμματισμένες ενισχύσεων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Για την ανεργία, το Ινστιτούτο σημειώνει ότι η κάμψη που παρατηρήθηκε το 2017 προήλθε από την αύξηση της απασχόλησης σε εξωστρεφείς μεταποιητικούς κλάδους, στον τουρισμό και στο χονδρικό-λιανικό εμπόριο. Ωστόσο, σημειώνει ότι το ένα τέταρτο της μείωσης προήλθε από τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού.

Όπως αναφέρει, το προηγούμενο έτος η ανεργία διαμορφώθηκε στο 21,5% κατά μέσο όρο, δύο ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από πρόπερσι, ενώ αναμένει περαιτέρω αποκλιμάκωσή της στο 19,8% το 2018. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο, η νέα κάμψη της ανεργίας το 2018 θα προέλθει από την ενίσχυση της απασχόλησης στους περισσότερους από τους τομείς που συνέβαλαν στην πτώση της και πέρυσι, αλλά και από την αύξηση της απασχόλησης στον κατασκευαστικό τομέα λόγω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, των ιδιωτικοποιήσεων και των νέων οικοδομών.

Αναφορικά με τον ρυθμό μεταβολής των τομών, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι παρέμεινε στάσιμος το πρώτο τρίμηνο του 2018, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού χωρίς τους φόρους και την ενέργεια διαμορφώθηκε σε οριακά θετικό έδαφος, για πρώτη φορά μετά από επτά χρόνια.

Ωστόσο, το Ινστιτούτο εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα ενισχυθεί και το 2018, αλλά με χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με πέρυσι, καθώς για φέτος αναμένεται να διαμορφωθεί στο 0,5% έναντι 1% το 2017, καθώς η εξασθένιση της πληθωριστικής επίδρασης των έμμεσων φόρων, η μικρή σχετικά επίδραση από την αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου, λόγω αντισταθμιστικών παραγόντων (π.χ. ενισχυμένο ευρώ) και η μικρή ενίσχυση της καταναλωτικής ζήτησης, θα διατηρήσουν τις τιμές σε ανοδική τροχιά το τρέχον έτος

Σε ότι αφορά τις τράπεζες, το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι συνεχίζεται με αργό ρυθμό η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα, εν όψει των αποτελεσμάτων του stress test τον Μάιο. Όπως αναφέρει, η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα συνολικά παρέμεινε σε πτωτική τροχιά στην αρχή του 2018, με εξαίρεση τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, στις οποίες καταγράφηκε οριακή πιστωτική επέκταση.

Αυτή η τάση αναμένεται να συνεχιστεί, με προοπτική βελτίωσης το δεύτερο εξάμηνο του έτους, που εξαρτάται όμως από τη διαχείριση των αποτελεσμάτων του stress test και τη συνέχιση της καλής επίδοσης των τραπεζών στη μείωση των «κόκκινων δανείων» που παρατηρήθηκε το τέταρτο τρίμηνο του 2017.

Παράλληλα, το ΙΟΒΕ αναμένει την πλήρη «απεξάρτηση» των τραπεζών από τον ELA πριν από τα τέλη του έτους, καθώς και την περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων αλλά και τη συνέχιση της σταδιακής επιστροφής των καταθέσεων των νοικοκυριών.

Αναφερόμενος στα αποτελέσματα της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ, ο Πρόεδρος του ΔΣ, Τάκης Αθανασόπουλος σημείωσε: «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι συνθήκες και οι προοπτικές για την Ελληνική Οικονομία βελτιώνονται, κάτι που αποτυπώνεται στα στοιχεία του ΑΕΠ, αλλά και σε άλλους σημαντικούς δείκτες. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν συνιστά το οριστικό τέλος της κρίσης. Θα ήθελα να υπενθυμίσω τα σημαντικά δομικά προβλήματα της οικονομίας μας, τα οποία δεν έχουν αντιμετωπισθεί, και τον κίνδυνο οι θετικές εξελίξεις να παρερμηνευθούν και να οδηγήσουν στην εγκατάλειψη της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Το διακύβευμα για όλους μας πρέπει να είναι πώς θα ανακτήσουμε το χαμένο έδαφος. Πώς θα επανακάμψει η οικονομία μας στα επίπεδα των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ευρώπης. Με απλά λόγια, ο στόχος μας πρέπει να είναι η σύγκλιση με τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης και αυτό επιτυγχάνεται με ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης 3% με 4% ετησίως».

Όπως ανέφερε επίσης κατά την παρουσίαση της Έκθεσης, ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ καθηγητής Νίκος Βέττας, εξετάζοντας τις επιμέρους πλευρές της οικονομίας που προσδιορίζουν από κοινού τον ρυθμό μεγέθυνσης της και τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά, παρατηρούμε συνέχιση της δυναμικής του προηγούμενου έτους, με μια ελαφρά επιτάχυνση.

Κατά τον ίδιο, το εξωστρεφές τμήμα της παραγωγής αναπτύσσεται γρηγορότερα από το υπόλοιπο αν και με αργό ρυθμό, και, η συγκεκριμένη στροφή έχει θετικό πρόσημο. Η αύξηση της ζήτησης από το εξωτερικό, σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις που έχουν λάβει χώρα στην αγορά εργασίας μειώνουν την ανεργία.

Εάν η ελληνική οικονομία δεν προσχωρήσει προς τον δρόμο των δομικών μεταρρυθμίσεων, με έμφαση στο άνοιγμα των αγορών και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς της δημόσιας διοίκησης, ο ρυθμός πραγματικής μεγέθυνσης της οικονομίας κατά την επόμενη δεκαετία δύσκολα τα υπερβεί το 1% ετησίως, σημείωσε.

Όπως τόνισε, όλες οι εμπλεκόμενες στο πρόγραμμα πλευρές, οφείλουν να στηρίξουν τη θετική δυναμική της οικονομίας, καθώς ο εγκλωβισμός και πάλι σε «χαμηλές προσδοκίες» μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνος, τόνισε, συμπληρώνοντας πως, εφόσον η οικονομία τεθεί σε τροχιά μείωσης των εμποδίων στην παραγωγή και βελτίωσης στα συστήματα υγείας και εκπαίδευσης, επιμέρους παρεμβάσεις θα μπορούν να διευκολύνουν και την εκμετάλλευση ειδικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων.

Παράλληλα, εξέφρασε μια σειρά προβληματισμούς για την επόμενη μέρα εξόδου από το πρόγραμμα, σημειώνοντας ότι κατά την άποψή του θα πρέπει να υπάρξει κάποια γέφυρα πιστοληπτικής γραμμής, προκειμένου η Ελλάδα να είναι θωρακισμένη σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά.

Επίσης σημείωσε ότι μεγάλη σημασία έχει το ζήτημα το τι θα γίνει με τους αδιάθετους πόρους του προγράμματος οι οποίοι είναι πολύ σημαντικοί, αλλά και ο ρόλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ