Στη διαγραφή προστίμων που είχαν καταλογιστεί σε ζευγάρι φορολογουμένων που συγκαταλέγεται στη λίστα Λαγκάρντ προέβη η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, με βάση τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας περί του χρόνου παραγραφής των υποθέσεων φοροδιαφυγής.
Τον έλεγχο της λίστας των συγκεκριμένων εμβασμάτων ζήτησε με εντολή του ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος, αλλά η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) ακύρωσε την επιβολή των προστίμων που καταλογίστηκαν ως εκπρόθεσμα, καθώς ο έλεγχος αφορούσε τα έτη 2006 και 2007 και οι αποφάσεις του ΣτΕ ορίζουν ότι οι ανοικτές φορολογικές υποθέσεις -και επομένως και τα αδικήματα φοροδιαφυγής- παραγράφονται αυστηρά στην πενταετία, ενώ οι καταθέσεις σε ελληνικές τράπεζες δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία και συνεπώς δεν παρατείνουν την προθεσμία παραγραφής σε 10 χρόνια.
Πιο συγκεκριμένα, αιτία του διενεργηθέντος ελέγχου αποτέλεσε η εισαγγελική παραγγελία του 2014, βάσει της οποίας περιήλθε στην Δ.Ο.Υ αντίγραφο οπτικού – ψηφιακού δίσκου (CD), με τραπεζικά δεδομένα από ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, που αφορούν τον προσφεύγοντα και την προσφεύγουσα και δόθηκε εντολή, προκειμένου να διενεργηθεί περαιτέρω προκαταρκτική εξέταση προς διακρίβωση τέλεσης αδικήματος φοροδιαφυγής και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με την απόφαση της ΔΕΔ, ο έλεγχος, αφού έλαβε υπόψη του το σύνολο των εγγράφων από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν σε ψηφιακή μορφή από το γραφείο του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος καθώς και από τα στοιχεία που περιήλθαν στην Δ.Ο.Υ από τα πιστωτικά ιδρύματα προσδιόρισε κινήσεις χρηματικών καταθέσεων/πιστώσεων, οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να συσχετισθούν με τα δηλωθέντα εισοδήματα στις σχετικές υποβληθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος.
Έτσι, στον φορολογούμενο καταλογίστηκαν για τη χρήση 2006: κύριος φόρος εισοδήματος 659,20 ευρώ, πλέον πρόσθετος φόρος ανακρίβειας 791,04 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.450,24 ευρώ, και για τη χρήση 2007: κύριος φόρος εισοδήματος 2.152,81 ευρώ, πλέον πρόσθετος φόρος ανακρίβειας 2.583,37 ευρώ, ήτοι συνολικά 4.736,18 ευρώ.
Αντίστοιχα, στη φορολογούμενη καταλογίστηκαν για τη χρήση 2006: κύριος φόρος εισοδήματος 1.887,04 ευρώ, πλέον πρόσθετος φόρος ανακρίβειας 2.264,44 ευρώ, ήτοι συνολικά 4.151,48 ευρώ, και για τη χρήση 2007: κύριος φόρος εισοδήματος 2.512,41 ευρώ, πλέον πρόσθετος φόρος ανακρίβειας 3.014,89 ευρώ, ήτοι συνολικά 5.527,30 ευρώ.
Οι συγκεκριμένες διαφορές φόρου προέκυψαν διότι, στα πλαίσια γενόμενου μερικού ελέγχου στα εισοδήματα του προσφεύγοντος, διαχειριστικών περιόδων από 1/1-31/12/2005 έως και 1/1- 31/12/2007, διαπιστώθηκε βάσει της από 06/11/2017 έκθεσης μερικού ελέγχου, προσαύξηση περιουσίας από καταθέσεις χρηματικών ποσών, για τα οποία δεν αποδείχθηκε η πηγή και η αιτία προέλευσής τους ή ότι τα ποσά αυτά φορολογήθηκαν ή απαλλάχθηκαν νόμιμα του φόρου.
Ωστόσο, οι φορολογούμενοι προσέφυγαν στη ΔΕΔ, ζητώντας την ακύρωση των πρόσθετων φόρων και των προστίμων, επικαλούμενοι ότι κατά τον χρόνο διεξαγωγής του ελέγχου (2017), οι χρήσεις 2006 και 2007 έχουν υποπέσει στον γενικό κανόνα περί πενταετούς παραγραφής, ενώ δεν στοιχειοθετείται η έννοια του «συμπληρωματικού (νέου) στοιχείου», καθ’ όσον η οποιαδήποτε κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών της ημεδαπής τελούσε ανέκαθεν στη διάθεση της Φορολογικής Αρχής προς έλεγχο και, συνακόλουθα, δεν αποτελεί «συμπληρωματικό (νέο) στοιχείο», ικανό να νομιμοποιήσει την εφαρμογή της δεκαετούς παραγραφής, καθώς τα στοιχεία προέρχονται από ελληνικές τράπεζες και όχι από τράπεζες του εξωτερικού.
Επίσης, οι δύο φορολογούμενοι υποστήριξαν ότι ουδόλως θεμελιώνεται η έννοια του «συμπληρωματικού (νέου) στοιχείου» ούτε στη βάση της φερομένης ως αναφοράς μου στη «Λίστα Lagarde», καθώς κανένα πρωτογενές και, πολλώ μάλλον, τυχόν αδικαιολόγητο ποσό δεν διαπιστώθηκε ως τυχόν υφιστάμενο στην αλλοδαπή.
Με βάση τα παραπάνω, η ΔΕΔ αποδέχτηκε την προσφυγή των δύο φορολογουμένων, και με τις αποφάσεις της ακύρωσε τα πρόστιμα που είχαν καταλογιστεί από τους ελεγκτές της ΙΓ’ Εφορίας Αθηνών.