Χαμηλώνει την εκτίμησή της για την ανάπτυξη της Ελλάδας από το 2022 και μετά η Κομισιόν, σύμφωνα με την επικαιροποιημένη Ανάλυση Βιωσιμότητας ου Χρέους (DSA) που περιλαμβάνεται στην Έκθεση Συμμόρφωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκε μετά το Eurogroup της 21ης Ιουνίου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση, η μακροχρόνια ανάπτυξη στην Ελλάδα μετά το 2022 αναμένεται να κινηθεί στο 1%, ποσοστό που βρίσκεται πιο κοντά στην εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και χαμηλότερα από την πρόβλεψη της Κομισιόν στην αντίστοιχη Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους του Μαρτίου, όπου έκανε λόγο για ανάπτυξη 1,% από το 2023 έως το 2030 και 1,25% από εκεί και μετά.
Ειδικότερα, το επικαιροποιημένο DSA της Κομισιόν αναφέρει ότι το ελληνικό χρέος υποχώρησε από το 180,8% το 2016 στο 178,6% το 2017 και αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω από το 2019. Οι προβλέψεις του DSA υποθέτουν ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει το πρόγραμμα αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών το 2018, ώστε να έχει εξοφλήσει όλες τις εναπομείνασες οφειλές έως το τέλος του έτους. Οι προβλέψεις βασίζονται στην τελική εκταμίευση ύψους 15 δισ. ευρώ.
Το DSA περιλαμβάνει επίσης όλα τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που περιγράφονται στην ανακοίνωση του Eurogroup του Μαΐου 2016 και υλοποιούνται από τον ESM.
Οι παραδοχές στο βασικό σενάριο του DSA είναι οι εξής:
– Η πρόβλεψη για το βραχυπρόθεσμο πραγματικό ΑΕΠ έχει επικαιροποιηθεί και ευθυγραμμίζεται με τις εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν. Μακροχρόνια, η ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα κινηθεί στο 1% μετά το 2022, καθώς θα κλείσει το παραγωγικό κενό και θα αντανακλώνται οι επιπτώσεις από τη γήρανση του πληθυσμού. Ο πληθωρισμός αναμένεται να ενισχυθεί σταδιακά από 0,9% το 2018 περίπου στο 2% το 2023 και να διατηρηθεί σε αυτά τα επίπεδα. Ως εκ τούτου, η ονομαστική ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα κινηθεί περίπου στο 3% μακροχρόνια.
– Τα συνολικά έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις εκτιμώνται περίπου στα 14 δισ. μεταξύ του 2018 και του 2060, εκ των οποίων τα 11,5 δισ. αναμένεται να προέλθουν από μη τραπεζικά περιουσιακά στοιχεία. Αυτές οι προβλέψεις βασίζονται σε ήδη συμφωνημένες πωλήσεις και παραχωρήσεις. Δεν προβλέπεται άλλη τραπεζική ανακεφαλαιοποίηση σε αυτή τη φάση και εκτιμάται ότι περισσότερο από τα τρία τέταρτα των κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν στην ανακεφαλαιοποίηση του 2015 μπορούν να ανακτηθούν από την ιδιωτικοποίηση τραπεζικών στοιχείων ενεργητικού (4,5 δισ. ευρώ).
– Όσον αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα, η ανάλυση υποθέτει ότι η Ελλάδα θα πετύχει τον στόχο του προγράμματος για 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Στη συνέχεια, η Ελλάδα αναμένεται να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ ως το 2022, ενώ μετά το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να μειώνεται κατά 0,5% ετησίως, για να διαμορφωθεί στο 2,2% του ΑΕΠ το 2025.
– Τα επιτόκια της αγοράς αναμένεται να ανέλθουν στο 4,1% το 2019, ενώ σταδιακά θα αυξηθούν στο 5,4% έως το 2030 και στο 5,1% το 2060. Το μέσο επιτόκιο αναχρηματοδότησης εκτιμάται στο 5,1%.
– Εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα χρησιμοποιήσει σταδιακά μέρος από το μαξιλάρι διαθεσίμων, ώστε να καλύπτει μερικώς τις ανάγκες χρηματοδότησης του χρέους της, με το μαξιλάρι να περιορίζεται στα 12 δισ. ευρώ έως το 2022.
Με βάση τις ανωτέρω υποθέσεις, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στο 188,6% το 2018, στο 169,9% το 2020, στο 136,6% το 2030 και στο 127% το 2060. Οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης προβλέπονται στο 21,8% του ΑΕΠ το 2018, προτού υποχωρήσουν σημαντικά στο 9,6% το 2020. Οι ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης αναμένεται να αυξηθούν μετά το 2020, φτάνοντας το 28,1% το 2060. Αυτό το επίπεδο είναι πάνω από το όριο που θεωρεί βιώσιμο το Eurogroup. Ως εκ τούτου οι ανησυχίες σχετικά με το ελληνικό χρέος παραμένουν στο πλαίσιο αυτού του σεναρίου.
Με βάση ένα δυσμενέστερο σενάριο, η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ μειώνεται κατά 0,2% ετησίως σε σχέση με το βασικό σενάριο από το 2023 ως το 2060, φτάνοντας σε μακροπρόθεσμο επίπεδο το 2,8%. Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι ακολουθεί την πορεία του βασικού σεναρίου έως το 2022 και μετά μειώνεται στο 1,5%. Οι υπόλοιπες παραδοχές παραμένουν αμετάβλητες. Στο αντίξοο αυτό σενάριο:
– Το χρέος εκτοξεύεται από το 2032 και μετά, φτάνοντας το 235% του ΑΕΠ το 2060.
– Αντίστοιχη είναι η εικόνα για τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες που υπερβαίνουν το 20% από το 2033 και μετά και ξεπερνούν το 50% ως το 2060.
Με βάση τα παραπάνω, το DSA καταδεικνύει ότι υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Αυτές οι ανησυχίες θα πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω της συνεχιζόμενης εφαρμογής του προγράμματος μεταρρυθμίσεων, διαδικασία που απαιτεί την ισχυρή κυριότητα των μεταρρυθμίσεων εκ μέρους των ελληνικών αρχών. Θα απαιτηθεί επίσης η εφαρμογή των πρόσθετων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους που συμφωνήθηκαν στο Eurogroup της 22ας Ιουνίου.
Ωστόσο, τονίζεται ότι τα μέτρα αυτά είναι επαρκή για να αποκαταστήσουν τη βιωσιμότητα σύμφωνα με το βασικό σενάριο, καθώς οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν κάτω του 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και ευθυγραμμίζονται με το όριο του 20% μακροπρόθεσμα, ενώ ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ παραμένει σε πτωτικό μονοπάτι, υποχωρώντας κάτω του 100% του ΑΕΠ ως το 2060.
Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις αποφάσεις της 22ας Ιουνίου, το Eurogroup θα επανεξετάσει το 2032, στο τέλος της περιόδου χάριτος των δανείων του EFSF, αν απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για να διασφαλιστούν οι συμφωνημένοι στόχοι για τις χρηματοδοτικές ανάγκες, υπό την προϋπόθεση ότι ακολουθείται το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, και θα προχωρήσει σε ενέργειες, αν χρειαστεί.
Επίσης, το Eurogroup επαναφέρει και τη συμφωνία του Μαΐου 2016 για έναν μηχανισμό έκτακτης ανάγκης για το χρέος, που θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση που η οικονομία κινηθεί χειρότερα από το δυσμενές σενάριο.
