Η χθεσινή απόφαση των Τράπεζας της Αγγλίας (Bank of England-BOE) να αυξήσει τα επιτόκια κατά 0,25%, από το 0.50% στο 0,75%, το υψηλότερο από το 2009, πίεσε προς τα κάτω την Βρετανική αγορά, οδηγώντας την σε πτώση 1%.
Στο 0,75%, αυτό είναι το υψηλότερο επιτόκιο που βλέπει το Ηνωμένο Βασίλειο από το 2009 . Οι επενδυτές ήταν έτοιμοι για αύξηση του επιτοκίου τον Μάιο, αλλά η BoE τότε υποστήριζε σταθερά ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν ήταν ακριβώς εκεί που έπρεπε να είναι. Τώρα, πιστεύει ότι η οικονομική μηχανή της χώρας είναι σε τέτοιο σημείο , που θα μπορούσε να ωθήσει τον πληθωρισμό σε υψηλότερο επίπεδο – και η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να τον κρατήσει υπό έλεγχο (καθιστώντας την εξοικονόμηση χρημάτων πιο ελκυστική από τις δαπάνες, η ζήτηση για προϊόντα δεν θα αυξηθεί τόσο γρήγορα και μαζί της ούτε οι τιμές των προϊόντων).
Το Ηνωμένο Βασίλειο αύξησε τελευταία τα επιτόκια τον Νοέμβριο του 2017 . Έκτοτε, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Η.Π.Α. τα έχει αυξήσει τρεις φορές, ενώ ετοιμάζεται για δύο αυξήσεις μέχρι τοτέλος του 2018 (η επόμενη αύξηση αναμένεται τον Σεπτέμβριο). Στην Ευρώπη, οι αυξήσεις των επιτοκίων πιθανότατα θα βρεθούν στο τραπέζι τον Οκτώβριο του 2019 .
Τα υψηλότερα επιτόκια γενικά οδηγούν σε υψηλότερη απόδοση της αποταμίευσης στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Καθώς οι επενδυτές αγοράζουν λίρες για να επωφεληθούν από αυτό, η αξία της λίρας σε σχέση με άλλα νομίσματα (όπως το δολάριο ΗΠΑ) αυξάνεται. Όταν τα νομίσματα πέφτουν σε αξία, τα πράγματα προς πώληση σε αυτό το νόμισμα (όπως μετοχές ή προϊόντα) φαίνονται ελκυστικότερα στους ξένους αγοραστές. Δεδομένου ότι σε αυτό το παράδειγμα συνέβη το αντίθετο , οι επενδυτές πιθανόν να πουλάνε τις Βρετανικές μετοχές, οι οποίες μπορεί να έχουν λιγότερη διεθνή ζήτηση για τα πλέον ακριβότερα προϊόντα τους, κάτι που οδήγησε και στην πτώση του χρηματιστηρίου.