Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για πρώτη φορά στα χρονικά προχώρησε στην απόρριψη προϋπολογισμού χώρας μέλους της και διαμήνυσε στην Ιταλική κυβέρνηση πως έχει προθεσμία έως τα μέσα Νοεμβρίου να καταθέσει νέο προσχέδιο. Η Ιταλία δηλώνει ανυποχώρητη και δια μέσου του πρωθυπουργού της χώρας ανακοίνωσε πως δεν υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο και plan B.
Πιο συγκεκριμένα η Κομισιόν ζήτησε από την Ιταλία να υποβάλει εκ νέου τον προϋπολογισμό, υπό την απειλή ενεργοποίησης της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος η οποία θα οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεων για παραβίαση των Ευρωπαϊκών κανόνων. Ταυτόχρονα έδωσε στην Ρώμη διορία έως τις 13 Νοεμβρίου για να υποβάλει νέο προσχέδιο προϋπολογισμού, κάτι που δείχνει να απορρίπτει η Ρώμη καθώς όπως δήλωσε ο πρωθυπουργός της χώρας Τζουσέπε Κόντε στο Bloomberg, “δεν υπάρχει plan B για αλλαγές στο προσχέδιο”. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης και υπουργός Εσωτερικών Matteo Salvini, ο οποίος τόνισε ότι η κυβέρνηση θα ακούσει όλες τις πλευρές, αλλά δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Νωρίτερα, η εφημερίδα Il Messangero μετέδωσε ότι η Ιταλία είναι έτοιμη να προσαρμόσει τα μέτρα που περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό εάν οι αγορές αντιδράσουν αρνητικά στα σχέδια της.
Σχολιάζοντας τις αποφάσεις της Κομισιόν, αντιπρόεδρος της επιτροπής Βάλντις Ντομπρόφσκι κατα την διάρκεια συνέντευξης τύπου είπε πως “η Ιταλία δεν τηρεί τους κανόνες. Ζητήσαμε από την Ιταλία να αλλάξει τον προϋπολογισμό της για το 2018. Η χώρα έχει περιθώριο τριών εβδομάδων να το πράξει. Η Ευρωζώνη στηρίζεται στην εμπιστοσύνη μεταξύ των χωρών”, ενώ συμπλήρωσε πως είναι λάθος κάποιες χώρες, όπως η Ιταλία, να προσπαθούν να διαχειριστούν το χρέος τους μέσω αύξησης του. «Το κόστος εξυπηρέτησης του ιταλικού χρέους είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη.
Για παράδειγμα το 2017 η Ιταλία δαπάνησε τα ίδια κεφάλαια για την εξυπηρέτηση του χρέους της με αυτά που έδωσε για τη στήριξη του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας», εξήγησε ο Ευρωπαίος αξιωματούχος. Ο Ντομπρόφσκι υπογράμμισε ότι το τεράστιο χρέος της Ιταλίας ουσιαστικά υποθηκεύει το μέλλον των επόμενων γενιών της χώρας, ενώ καθιστά πολύ πιο ακριβή την χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αλλά και τα δάνεια που μπορεί να χρειαστεί να λάβουν οι καταναλωτές.


