Αναβάθμιση της Ελλάδας κατά δύο βαθμίδες από Moody’s

Σε αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδας κατά δύο βαθμίδες, από “B3” σε “B1”, με σταθερή προοπτική από θετική, προχώρησε ο οίκος αξιολόγησης Moody’s το βράδυ της Παρασκευής.

Όπως αναφέρει ο οίκος, οι λόγοι που οδήγησαν στην αναβάθμιση είναι ότι:

Το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων φαίνεται εδραιωμένο και οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζονται αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς. Η οικονομία ενισχύεται και σε συνδυασμό με την επιτήρηση από τους πιστωτές θα μειώσει περαιτέρω τον κίνδυνο αναστροφής των μεταρρυθμίσεων.

Το ιστορικό των ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων τώρα είναι σταθερά εδραιωμένο, κάτι που αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής βελτίωσης οφείλεται σε δομικά μέτρα.

Η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους έχει βελτιωθεί σημαντικά μεσοπρόθεσμα από το πακέτο ελάφρυνσης του περασμένου Ιουνίου, ενώ η χώρα έχει επιτυχώς αποκαταστήσει τη χρηματοδότηση από τις αγορές, με στήριξη από το “μαξιλάρι” ρευστότητας και τη βοήθεια των πιστωτών.

Ειδικότερα, ένας βασικός παράγοντας για τη βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια είναι η πρόοδος που σημειώθηκε στο πρόγραμμα προσαρμογής που συμφωνήθηκε με τους επίσημους πιστωτές. Όπως αναφέρει ο οίκος, αν και η πρόοδος διακόπηκε κάποιες φορές, με τους στόχους να καθυστερούν ή να μην επιτυγχάνονται, η αναπτυξιακή δυναμική φαίνεται να είναι όλο και πιο εμπεδωμένη, με καλές προοπτικές περαιτέρω προόδου και με χαμηλό κίνδυνο αναστροφής.

Προσθέτει, δε, ότι η συνεχιζόμενη προσπάθεια εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων αρχίζει να αποφέρει σταδιακά καρπούς στην οικονομία, η οποία έχει γίνει σημαντικά πιο ανοικτή τα τελευταία χρόνια, με τις εξαγωγές να αντιπροσωπεύουν πλέον 37% του ονομαστικού ΑΕΠ στο τρίτο τρίμηνο του 2018 έναντι 22% το 2010. Επιπλέον, η ανταγωνιστικότητα έχει βελτιωθεί σημαντικά, λόγω της σημαντικής μείωσης του κόστους εργασίας και οι εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών επιταχύνθηκαν σημαντικά το 2018.

Ο οίκος αναφέρει ακόμη ότι οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας αρχίζουν να αντανακλώνται στην έντονη αύξηση της απασχόλησης, με ρυθμό 2% ή παραπάνω τα τελευταία τρία χρόνια. Τονίζει, επίσης, ότι οι συμβάσεις εργασίας γίνονται πιο ευέλικτες και η διαπραγμάτευση των μισθών γίνεται ολοένα και περισσότερο στο επίπεδο της επιχείρησης και όχι στο επίπεδο του κλάδου ή της βιομηχανίας, όπως συμβαίνει συνήθως.

Σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις, η Moody’s τονίζει ότι έχουν αρχίσει να επιταχύνονται το τελευταίο διάστημα και αποτελούν θετικό βήμα για την προσέλκυση ξένη τεχνογνωσίας, κεφαλαίων και επενδύσεων.

Αναφερόμενος στον τραπεζικό τομέα, ο οίκος τονίζει ότι το ΤΧΣ και η Τράπεζα της Ελλάδος έχουν παρουσιάσει νέες προτάσεις για την επιτάχυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, οι οποίες -αν εφαρμοσθούν- θα μπορούσαν να αποτελέσουν μία σημαντική παράμετρο για την πιο επιθετική αντιμετώπιση της βασικής αδυναμίας των ελληνικών τραπεζών.

Χαμηλός ο κίνδυνος αναστροφής

Η Moody’s τονίζει, μάλιστα, ότι η απόφαση για την αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου ελήφθη παρότι κάποιες πρόσφατες αποφάσεις της κυβέρνησης δεν ήταν πλήρως ευθυγραμμισμένες με τις δεσμεύσεις, αναφερόμενη ειδικότερα στην την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11%, που υπερβαίνει τις συστάσεις για αύξηση της τάξης του 5%-10% και θα βλάψει την ανταγωνιστικότητα εάν μεταφρασθεί σε γενικευμένη μεγάλη αύξηση των μισθών.

Προσθέτει, επίσης, ότι η πρόσφατη δεύτερη έκθεση μεταμνημονιακής αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τονίζει ότι, παρά τη συνολικά καλή πρόοδο, η Ελλάδα έχει καθυστερήσει στην υλοποίηση ορισμένων δεσμεύσεων και οι συζητήσεις για τη σημαντική αναθεώρηση του πτωχευτικού νόμου για τα νοικοκυριά (του λεγόμενου νόμου Κατσέλη) συνεχίζονται. Καθυστερήσεις που θα μπορούσαν, σύμφωνα με τον οίκο, να θέσουν σε κίνδυνο την υπεσχημένη επιστροφή περίπου 1 δισ. ευρώ από την ευρωζώνη στην Ελλάδα.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, ο οίκος εκτιμά ότι ο κίνδυνος σημαντικής αναστροφής των ήδη υλοποιημένων μεταρρυθμίσεων είναι χαμηλός, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών που αναμένονται το αργότερο τον Οκτώβριο, ή ίσως και λίγους μήνες νωρίτερα. Όπως εξηγεί, τα περισσότερα πολιτικά επώδυνα μέτρα έχουν ήδη υλοποιηθεί, με την οικονομία να δείχνει τελικά σημάδια ανάκαμψης, περιορίζοντας το κίνητρο οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση να υπονομεύσει τα κέρδη που αποκτήθηκαν τόσο δύσκολα. Τονίζει, δε, ότι η συνεχιζόμενη εποπτεία από τους πιστωτές θα περιορίσει περαιτέρω τον κίνδυνο αναστροφής των μεταρρυθμίσεων.

Η Moody’s επισημαίνει, επίσης, ότι οι υλοποιημένες μεταρρυθμίσεις έχουν επιτρέψει στην Ελλάδα να επιτύχει σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή τα τελευταία χρόνια, με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα τα τρία τελευταία χρόνια και με σημαντική υπέρβαση των στόχων που είχαν συμφωνηθεί με τους πιστωτές της από το 2015.

Προσθέτει, ακόμη, ότι ένα σημαντικό μέρος της δημοσιονομικής βελτίωσης οφείλεται σε διαρθρωτικά μέτρα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια του τρίτου προγράμματος προσαρμογής που ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 2018 και περιελάμβανε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις και στην υγεία, καθώς και προσπάθειες συγκράτησης του μισθολογικού κόστους και της απασχόλησης στο δημόσιο.

Θεωρεί επίσης θετική τη δημιουργία της ανεξάρτητης αρχής φορολογικών εσόδων στις αρχές του 2017, η οποία έχει επιτύχει ήδη σημαντική πρόοδο στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και στην αύξηση των εσόδων από τη φορολογία.

Όπως σημειώνει, σημαντική συμβολή στη συνολική δημοσιονομική επίδοση είχαν οι δαπάνες για τόκους, οι οποίες μειώθηκαν πάνω από 16% μετά το 2015, χάρη στα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που πρόσφερε η ευρωζώνη. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι θα υπάρξει χρηματοδότηση από την αγορά με υψηλότερα επιτόκια στο μέλλον, οι δαπάνες των τόκων, όπως επισημαίνει, θα παραμείνουν σε γενικές γραμμές σταθερές τα επόμενα χρόνια, περίπου στο 3% του ΑΕΠ.

Εξάλλου, όπως τονίζει, η πρόσφατη δημοσιονομική σταθεροποίηση υποστηρίζεται από το πακέτο ελάφρυνσης του χρέους που συμφωνήθηκε με τους πιστωτές της Ελλάδας τον περασμένο Ιούνιο, το οποίο περιορίζει σημαντικά τις αποπληρωμές του ελληνικού χρέους για την επόμενη δεκαετία και παραπέρα. Το πακέτο αυτό, σε συνδυασμό με τη συνέχιση σταθερών δημοσιονομικών επιδόσεων, θα διασφαλίσει ότι οι ακαθάριστες δανειακές ανάγκες της Ελλάδας θα είναι χαμηλές τα επόμενα χρόνια, περίπου στο 10% του ΑΕΠ έως το 2032. Επιπλέον, προσθέτει ότι οι πιστωτές δεσμεύθηκαν να επανεξετάσουν το προφίλ χρέους της Ελλάδας και πάλι το 2032 και να παράσχουν περαιτέρω ελάφρυνση, αν χρειαστεί.

Ο οίκος αξιολόγησης σημειώνει, ακόμη, ότι η ελληνική κυβέρνηση επανήλθε με επιτυχία στις διεθνείς αγορές ομολόγων. Τα έσοδα από την έκδοση αυτή, μαζί με το ταμειακό απόθεμα 26,8 δισ. ευρώ που αντιστοιχούσε στο 14,5% του ΑΕΠ στο τέλος του 2018, προσφέρουν ένα σημαντικό “μαξιλάρι” προστασίας έναντι του χρέους, συνολικού ύψους 22 δισ. ευρώ που λήγει τα επόμενα τρία χρόνια.

Όπως τονίζει, η βιωσιμότητα του χρέους είναι σημαντικά ενισχυμένη μεσοπρόθεσμα. Στο βασικό σενάριο, το ποσοστό του χρέους ως προς το ΑΕΠ θα είναι κάτω από το 167% το 2020 έναντι 181% πέρυσι, ενώ ο οίκος προβλέπει μία περαιτέρω μείωση στο 154% το 2022, με την προϋπόθεση ότι θα επιτευχθούν οι στόχοι για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Οι προοπτικές

Σε ό,τι αφορά το σταθερό outlook, ο οίκος σημειώνει ότι εξισορροπεί τον σχετικά χαμηλό κίνδυνο δημοσιονομικής ή πολιτικής αναστροφής σε σχέση με την περιορισμένη ανοδική τάση του πιστωτικού προφίλ της Ελλάδας. Παρά τις σημαντικές βελτιώσεις έως σήμερα, η Moody’s επισημαίνει ότι οι πιστωτικοί δείκτες της Ελλάδας είναι πιθανό να συνεχίσουν να αντιστοιχούν σε μία αξιολόγηση στην κατηγορία Β τα επόμενα χρόνια, αν δεν υπάρξουν σημαντικές, απροσδόκητες, περαιτέρω βελτιώσεις στη θεσμική ενίσχυση της χώρας και στην οικονομική της επίδοση, προσθέτοντας ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης θα παραμείνουν χαμηλές, αν δεν επιταχυνθούν σημαντικά οι επενδύσεις.

Σημειώνει, πάντως, ότι το αξιόχρεο θα μπορούσε να αναβαθμισθεί, αν προκύψει μία μεταρρυθμιστική κυβέρνηση από τις επικείμενες εκλογές και εφαρμόσει μία ξεκάθαρη και αξιόπιστη ατζέντα για περαιτέρω φιλικές στην ανάπτυξη οικονομικές πολιτικές. Μία θετική αξιολόγηση θα απαιτούσε, επίσης, ταχύτερη από την αναμενόμενη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους επί του ΑΕΠ και σημαντική βελτίωση της υγείας του τραπεζικού τομέα.

Αντίθετα, το αξιόχρεο θα μπορούσε να υποβαθμισθεί, αν γίνει σαφές ότι έχει υποχωρήσει η μεταρρυθμιστική δυναμική, με την αναστροφή προηγούμενων μεταρρυθμίσεων ή με τη λήψη άλλων μέτρων πολιτικής που οδηγούν σε σημαντικά πιο αδύναμα δημοσιονομικά αποτελέσματα ή που θέτουν σε κίνδυνο τα οφέλη ανταγωνιστικότητας που αποκτήθηκαν δύσκολα καθώς και τις θεσμικές βελτιώσεις.

Τονίζει, μάλιστα, ότι θα παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή την πολιτική της επόμενης κυβέρνησης για την απασχόληση στο δημόσιο, δεδομένης της σημασίας για τη δημιουργία μίας λιγότερο πολιτικοποιημένης δημόσιας διοίκησης.

Τέλος, τονίζει ότι νέες εντάσεις μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών θα είναι επίσης αρνητικές, καθώς θα μπορούσε μεταξύ άλλων θα θέσει σε κίνδυνο την προοπτική περαιτέρω ελάφρυνσης του χρέους μετά το 2032, αν αυτή χρειαστεί.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ