Σημαντικά ήταν τα ευρήματα του ΙΟΒΕ σχετικά με την είσοδο των φοιτητών στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης την περίοδο 2001-2014 και πως επηρέασε η κρίση την πρόσβαση των φοιτητών και την ισότητα ευκαιριών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Η έρευνα έχει ως σκοπό να δείξει αναλυτικά την κάθε περίπτωση ένταξης φοιτητή στα πανεπιστήμια είτε σε θέμα οικονομικών, είτε οικογενειακής κατάστασης, είτε μορφωτικού επιπέδου. Στην έρευνα του ΙΟΒΕ τονίζονται τα ποσοστά των φοιτητών δημοσίων και ιδιωτικών σχολείων που καταφέρνουν να περάσουν σε πανεπιστήμια, ακαδημίες μέχρι και ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε ποια συγκεκριμένα αλλά και ποια πεδία σπουδών είναι αυτά που έχουν τις περισσότερες συμμετοχές.
Ακόμα εξετάστηκε και το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες σχετικά με την ένταξη τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τις πιθανότητες φοίτησης του σε οποιαδήποτε σχολή, πανεπιστήμιο ή ίδρυμα αλλά και που καταλήγουν να σπουδάσουν.
Στόχος της μελέτης ήταν να διερευνήσει τα παρακάτω ερωτήματα:
α) Ποιες συνθήκες πρόσβασης των φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με βάση την κοινωνική και μορφωτική οικογενειακή τους προέλευση επικρατούσαν στην Ελλάδα, μετά τη “μεγάλη διεύρυνση” της συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που είχε διαμορφωθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 μέχρι την έναρξη της κρίσης;
β) Πώς η κρίση που ξέσπασε το 2009 και οι οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές που σημειώθηκαν στη διάρκειά της έχουν επηρεάσει την κοινωνική σύνθεση των φοιτητών και την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση;
γ) Πώς διαμορφώθηκε πριν από την κρίση και πώς επηρεάστηκε στη διάρκεια της η κοινωνική σύνθεση του φοιτητικού πληθυσμού στο εσωτερικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών ιδρυμάτων, της γεωγραφικής τους θέσης, των πεδίων σπουδών
και των μεμονωμένων ιδρυμάτων κάθε τομέα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης;
δ) Πέρα από την κοινωνική και μορφωτική οικογενειακή προέλευση των φοιτητών, ποιες διαφορές φύλου επικρατούσαν πριν από την κρίση στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και πώς επηρεάστηκαν από την κρίση;
ε) Ποιες συνθήκες πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επικρατούσαν πριν από την κρίση για τα παιδιά μεταναστών (δεύτερη γενιά) που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα πριν από την κρίση και πώς επηρεάστηκαν οι συνθήκες αυτές στη διάρκεια της κρίσης;
στ) Πώς η κρίση και οι επιπτώσεις της στην ιδιωτική κατανάλωση των νοικοκυριών επηρέασε τις επιλογές σπουδών των φοιτητών και, ειδικότερα, την επιλογή να σπουδάσουν στον τόπο τους;
Τα κυριότερα αποτελέσματα της μελέτης συνοψίζονται στα εξής:
Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των φοιτητών και η πρόσβασή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υπέστησαν σημαντικές μεταβολές την περίοδο πριν και μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης, που συνδέονται με τους εξής κύριους παράγοντες:
α) τις μακροπρόθεσμες κοινωνικές μεταβολές στην Ελλάδα που συνεχίζονται και μετά την έναρξη της κρίσης,
β) την κρατική πολιτική για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και τις μεταβολές της την περίοδο αυτή,
γ) τις επιπτώσεις της κρίσης.
Η έναρξη της κρίσης συμπίπτει χρονικά με την κατάργηση της “βάσης του 10” που, όπως τεκμηριώνει η παρούσα μελέτη, είχε σημαντικές επιπτώσεις στην πρόσβαση των φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, την περίοδο που εφαρμόστηκε (2006-2009). Οι επιπτώσεις της κατάργησής της “βάσης του 2010” το 2010 στην πρόσβαση των φοιτητών εκτείνονται στην περίοδο της κρίσης που εξετάστηκε εδώ. Επιπλέον, η περίοδος της οικονομικής κρίσης συμπίπτει με αλλαγές της κρατικής πολιτικής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ορισμένες από αυτές συνδέονται άμεσα με την κρίση και τη διαχείρισή της, ενώ άλλες δεν μπορούν να ενταχθούν στο πλαίσιο αυτό. Στις πρώτες συμπεριλαμβάνονται ιδίως η αναδιάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης, και ιδιαίτερα των ΤΕΙ, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του σχεδίου “Αθηνά” (2013), καθώς και η ανακατανομή θέσεων εισαγωγής από τα ΤΕΙ στα πανεπιστήμια μετά την εφαρμογή του σχεδίου “Αθηνά” (2013-2014). Σε αυτές μπορούν επίσης να συμπεριληφθούν η μείωση του αριθμού των τμημάτων ΤΕΙ (κατά 25), που πραγματοποιήθηκε το 2011 και η αντίστοιχη
μείωση των θέσεων εισαγωγής, αλλά και η επαναφορά τους το 2012, με αύξηση των θέσεων εισαγωγής. Στις δεύτερες μπορούν να συμπεριληφθούν η κατάργηση των καθεστώτος μετεγγραφών των φοιτητών (2010-2011) και η επαναφορά τους από το 2012 και έπειτα, καθώς και οι αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής που εισήχθησαν το 2010, το 2012 και το 2014 και μετέβαλαν τις δυνατότητες επιλογών των υποψηφίων φοιτητών και την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Συνεπώς, οι μεταβολές στην κάθετη (συγκριτικά με τον ευρύτερο πληθυσμό) και οριζόντια (εντός του συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) ανισότητα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που καταγράφονται στη διάρκεια της κρίσης συνδέονται είτε έμμεσα με την κρίση, μέσω της κρατικής πολιτικής της περιόδου αυτής, είτε άμεσα μέσω των επιπτώσεων της κρίσης στα νοικοκυριά. Δεν μπορούν όμως όλες οι μεταβολές που καταγράφονται στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης την περίοδο μετά την έναρξη της κρίσης να αποδοθούν στην κρίση και τις επιπτώσεις της. Ούτε είναι εφικτό, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης να διακριθεί η ανεξάρτητη επίπτωση των μεταβολών που συνδέονται με την κρίση και τη διαχείρισης της στις μεταβολές στην πρόσβαση φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που καταγράφονται.
Συνοψίζοντας, η μελέτη έδειξε σημαντικές (κάθετες και οριζόντιες) ανισότητες στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μεταξύ φοιτητών με διαφορετικό επίπεδο κοινωνικό-μορφωτικής οικογενειακής προέλευσης καθώς και ανισότητες ως προς το φύλο, την εθνική καταγωγή, και το (δημόσιο ή ιδιωτικό) σχολείο αποφοίτησης.
Επιπλέον, η μελέτη έδειξε ότι στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης μεταβλήθηκε η σύνθεση του φοιτητικού πληθυσμού, καθώς οι φοιτητές με άνεργους γονείς αυξήθηκαν, η προγενέστερη τάση μείωσης των φοιτητών με χαμηλό κοινωνικο-μορφωτικό επίπεδο οικογενειακής προέλευσης ανακόπηκε, και οι διαφορές τους με το γενικό πληθυσμό διευρύνθηκαν. Στη διάρκεια της κρίσης το ποσοστό φοιτητών με υψηλό κοινωνικομορφωτικό επίπεδο στα πανεπιστήμια μειώθηκε, εκείνο με πολύ υψηλό επίπεδο αυξήθηκε, ενώ η επίδραση της οικογενειακής προέλευσης στην πιθανότητα φοίτησης σε πανεπιστήμιο συνολικά (έναντι άλλων ιδρυμάτων) εξασθένισε ελαφρώς. Μικρές ανακατατάξεις και μικρή διεύρυνση των ανισοτήτων σημειώθηκε, ακόμα, με βάση την οικογενειακή προέλευση των φοιτητών στα διαφορετικά πεδία σπουδών στα πανεπιστήμια, καθώς και στα ΤΕΙ, αν και με όχι σαφείς κατευθύνσεις.
Η μελέτη κατέγραψε, επίσης, το φύλο ως σημαντικό παράγοντα ανισοτήτων στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με τις διαφορές να μειώνονται στη διάρκεια της κρίσης και την επίδραση του να εξασθενεί. Κατέγραψε ακόμα τις ανισότητες στην πρόσβαση μεταναστών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τις αυξημένες πιθανότητές τους να σπουδάζουν σε ΤΕΙ (έναντι των πανεπιστημίων) και τη μείωση της συμμετοχής τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στη διάρκεια της κρίσης. Η κρίση επέδρασε, ακόμη, στην αύξηση της συμμετοχής των αποφοίτων του ιδιωτικού σχολείου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνολικά, καθώς και στην ελαφρά μείωση της επίδρασης του ιδιωτικού σχολείου στην πιθανότητα φοίτησης στο πανεπιστήμιο (έναντι της φοίτησης σε ΤΕΙ), καθώς και στη συνολική εξασθένιση της επίδρασης του.
Τέλος, η κρίση επέδρασε στην επιλογή των φοιτητών να σπουδάσουν στον τόπο κατοικίας τους, αυξάνοντας τα ποσοστά εντοπιότητας, αν και στη διάρκεια της κρίσης, η επίδραση της εντοπιότητας στην πιθανότητα φοίτησης σε πανεπιστήμιο (έναντι άλλων ιδρυμάτων) μειώθηκε, ενώ εντάθηκε στην πιθανότητα φοίτησης σε κεντρικό ΤΕΙ.
Η συνέχιση της διερεύνησης της εξέλιξης της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και των ανισοτήτων την περίοδο μετά το 2014 και ο τρόπος σταθεροποίησης των μεταβολών που έχουν σημειωθεί την πρώτη περίοδο της κρίσης θα επιτρέψει να κατανοήσουμε καλύτερα τις επιπτώσεις της κρίσης στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την ισότητα των ευκαιριών.
Αξίζει, ωστόσο, να τονιστεί ότι η παρούσα μελέτη δεν κατέγραψε το σύνολο των εκπαιδευτικών ανισοτήτων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των φοιτητών που επιλέγουν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Οι φοιτητές αυτοί προέρχονται, κατά κανόνα, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Οι επιπτώσεις της επιλογής αυτής στη συνολική ανισότητα στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν μπορούν να καταγραφούν και να εκτιμηθούν επακριβώς, καθώς ο αριθμός των θέσεων εισαγωγής παραμένει κλειστός.
Τέλος, οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης στην παραγωγική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας θα έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη δομή της απασχόλησης, των επαγγελμάτων, των αμοιβών και τον τρόπο ιεράρχησης τους. Ο τρόπος που αυτές οι ευρύτερες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές θα επηρεάσουν τις εκπαιδευτικές επιλογές των νέων, και τις εκπαιδευτικές και τις κοινωνικές ανισότητες θα φανεί, καθώς η οικονομία και το νέο παραγωγικό πρότυπο θα σταθεροποιείται, ύστερα από την αποσταθεροποίηση που προκάλεσε η κρίση.