Πού βρίσκεται σήμερα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα-Αναλυτικά στοιχεία

Στην πορεία των ελληνικών τραπεζών από το 2010 έως σήμερα και στις νέες προκλήσεις του χρηματοπιστωτικού κλάδου αναφέρθηκε εκτενώς ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής

Μια πλήρη εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έδωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας σε παρέμβαση του με θέμα «Πορεία του Χρηματοπιστωτικού Συστήματος, Αυξήσεις Κεφαλαίου των Τραπεζών από το 2010 μέχρι σήμερα, Προκλήσεις και Προοπτικές» στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής.

Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, το ξέσπασμα της πανδημίας το Μάρτιο του 2020 βρήκε τις ελληνικές τράπεζες σε φάση ανάκαμψης από την προηγούμενη κρίση, έχοντας επιδείξει σημαντική βελτίωση σε αρκετούς τομείς, τόνισε ο Γιάννης Στουρνάρας

Ενδεικτικά:

  • Οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια σε επίπεδα άνω του ελάχιστου ορίου, προχωρώντας και σε εκδόσεις τίτλων που προσμετρώνται στα εποπτικά ίδια κεφάλαια.
  • Σε σχέση με το Μάρτιο του 2016, όπου καταγράφηκαν τα υψηλότερα μεγέθη, έχει επιτευχθεί μείωση κατά 56% στο συνολικό ύψος των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ). Σημαντική ήταν η μείωση στο καταναλωτικό (61%) αλλά και στο επιχειρηματικό (56%) χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά τις πρόσφατες τιτλοποιήσεις βελτιώθηκε και η επίδοση στο στεγαστικό (μείωση 52%).
  • Τα επίπεδα ρευστότητας βελτιώθηκαν σημαντικά, κυρίως λόγω της αύξησης των καταθέσεων. Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις έχουν ανακάμψει κατά 43 δις ευρώ (+33%) από το ιστορικά χαμηλό (129 δις. ευρώ) του Ιουλίου του 2015 με τις τράπεζες να μηδενίζουν την εξάρτηση από τον έκτακτο μηχανισμό παροχής ρευστότητας (ELA) και να πληρούν τον ελάχιστο εποπτικό δείκτη ρευστότητας

Ταυτόχρονα όμως παρουσίαζαν ασθενέστερα οικονομικά μεγέθη συγκριτικά με τις ευρωπαϊκές τράπεζες, με την εικόνα αυτή να μην μεταβάλλεται κατά το υπόλοιπο του προηγούμενου έτους.

Συγκεκριμένα, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Δεκεμβρίου 2020:

  • Τα ΜΕΔ ανέρχονται σε σχεδόν 47 δισ. ευρώ σε ατομική και 58 δις σε ενοποιημένη βάση, με τους δείκτες ΜΕΔ ως ποσοστό των συνολικών δανείων να διαμορφώνονται σε 30,22% και 32,9% αντίστοιχα. Ο μέσος όρος για τα πιστωτικά ιδρύματα της Ε.Ε. για την ίδια περίοδο είναι μόλις 2,6%.
  • Το ποσοστό κάλυψης των ΜΕΔ από προβλέψεις είναι 44%, και βρίσκεται σχεδόν στα ίδια επίπεδα με το μέσο όρο της Ε.Ε., αλλά αρκετά χαμηλότερα από χώρες όπου εμφανίζουν υψηλούς δείκτες ΜΕΔ, όπως η Ιταλία, Πορτογαλία, κ.α.
  • Ο μέσος Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας ανέρχεται σε 16,6%, περίπου 3 μονάδες κάτω από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, με την απόσταση να διευρύνεται άλλες δύο μονάδες περίπου, εάν λάβουμε υπόψη την πλήρη επίπτωση από την εφαρμογή του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (ΔΠΧΠ9).
  • Παράλληλα, παραμένει άλυτο και μάλιστα επιδεινώνεται το σημαντικό πρόβλημα της διάρθρωσης των εποπτικών κεφαλαίων, μεγάλο μέρος των οποίων είναι με τη μορφή της Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης (DTCs),
  • Επίσης, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν έλλειμμα άνω των 10 δισ. ευρώ σε σχέση με τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL: το μέγεθος αυτό δεν αφορά σε εποπτικές κεφαλαιακές ανάγκες, το οποίο υποχρεούνται όμως να καλύψουν σε αρκετά μεγάλο διάστημα, δηλαδή εντός των επόμενων 4-5 ετών).
  • Η διαρκώς αυξανόμενη έμμεση εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από το Ελληνικό Δημόσιο (bank sovereign nexus), σε συνέχεια της επέκτασης των εγγυήσεων του προγράμματος Ηρακλής καθώς και του ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογίας στο ενεργητικό των τραπεζών. Ταυτόχρονα, οι ελληνικές τράπεζες αντιμετωπίζουν σειρά από προκλήσεις οι οποίες είναι κοινές και για τις περισσότερες τράπεζες της Ευρωζώνης. Ενδεικτικά:
  • Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων που σε συνδυασμό με τη χαμηλή αποδοτικότητα κόστους επηρεάζει την κερδοφορία και τη δυνατότητα δημιουργίας κεφαλαίων. Για τις ελληνικές τράπεζες, αρνητικά επιδρά επίσης και το υψηλό κόστος πιστωτικού κινδύνου, δηλαδή οι αναγκαίες δαπάνες για το σχηματισμό προβλέψεων.
  • Τον ολοένα αυξανόμενο ανταγωνισμό από μη-τράπεζες και από τα λεγόμενα BigTechs, καθώς και τις επιπτώσεις στη λειτουργία και το επιχειρηματικό μοντέλο των τραπεζών από την ψηφιακή καινοτομία (digital innovation).
  • Προκλήσεις που πηγάζουν από την ατελή τραπεζική ένωση (Banking Union) στην Ευρωζώνη, σημαντικά κομμάτια της οποίας -όπως το Ενιαίο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων- απουσιάζουν.
  • Λοιπές προκλήσεις, όπως η επίπτωση από την κλιματική αλλαγή, από γεω-πολιτικές εξελίξεις, από αυξανόμενο αριθμό κυβερνοεπιθέσεων (cyber-attacks), κλπ.

Σε αυτό το περιβάλλον λειτουργίας, η πανδημία του Covid-19 διατάραξε την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα παγκοσμίως, με σοβαρές επιπτώσεις σε όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά: επιχειρήσεις, νοικοκυριά, κράτος και τράπεζες.

Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, αυτή τη φορά η αντίδραση από τις δημοσιονομικές, νομισματικές και εποπτικές αρχές ήταν άμεση και συντονισμένη.

Συγκεκριμένα:

  • Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έλαβε σειρά μέτρων νομισματικής χαλάρωσης, τα οποία απέτρεψαν τη δημιουργία συνθηκών έλλειψης ρευστότητας στην αγορά. Ειδικά για την Ελλάδα, η συμπερίληψη των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων λόγω πανδημίας (Pandemic Emergency Purchase Programme – PEPP) της ΕΚΤ και η αποδοχή τους ως εξασφαλίσεων στις πράξεις παροχής ρευστότητας του Ευρωσυστήματος, καθώς και οι θετικές εξελίξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, συνέβαλαν στην αδιάλειπτη πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου στις αγορές κεφαλαίων και στην περαιτέρω μείωση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
  • Όλες οι κυβερνήσεις στην Ευρωζώνη, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής, έλαβαν μια σειρά μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής και πολιτικής για την αγορά εργασίας, με στόχο τη στήριξη των επιχειρήσεων και της απασχόλησης. Τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης και η ύφεση οδήγησαν μεν σε απότομη μεταστροφή του δημοσιονομικού αποτελέσματος της γενικής κυβέρνησης από πλεόνασμα σε έλλειμμα για το 2020 (και, σε συνδυασμό με τον αποπληθωρισμό, σε σημαντική αύξηση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ), απέτρεψαν όμως τη μαζική κατάρρευση επιχειρήσεων και νοικοκυριών που πλήττονται από την πανδημία.
  • Οι εποπτικές αρχές στην Ευρωζώνη και πρωτίστως ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ (SSM), έλαβαν μια σειρά από μέτρα με σημαντικότερο αυτό της παροχή ευελιξίας αναφορικά με τη χρήση από τις τράπεζες των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας (capital buffers) ώστε να διατηρηθεί απρόσκοπτη η παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία αλλά και να απορροφήσουν οι τράπεζες τις πρόσθετες ζημιές λόγω της πανδημίας.
  • Τέλος, από το αρχικό στάδιο της κρίσης, οι ελληνικές τράπεζες ανακοίνωσαν γενικευμένο καθεστώς αναβολής πληρωμής τόκων ή και χρεολυσίων (moratorium) δανείων που είναι συμβατό με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (ΕΒΑ) για τους πιστούχους που επλήγησαν από την πανδημία. Η περίοδος εφαρμογής του, που αρχικά προβλεπόταν να είναι έως το Δεκέμβριο του 2020, έχει παραταθεί σύμφωνα με τις νέες κατευθυντήριες γραμμές της EBA, εντός όμως ενός ανώτατου ορίου των εννέα μηνών.

Ειδικά για τα δάνεια σε καθεστώς moratorium θα ήθελα να παραθέσω ορισμένα μεγέθη:

  • Το μέγιστο ποσό των δανείων των τεσσάρων συστημικών ελληνικών τραπεζών που βρέθηκαν σε καθεστώς moratoria από την έναρξη της πανδημίας μέχρι το τέλος του 2020 ανήλθε σε ενοποιημένη βάση στα 27.6 δις.ευρώ. Το Δεκέμβριο του 2020, το υπόλοιπο των δανείων αυτών ήταν περίπου 4 δις.ευρώ καθώς η περίοδος αναστολής έληξε για τα περισσότερα δάνεια πριν το τέλος του έτους και με πιο πρόσφατα στοιχεία Ιανουαρίου 2021 το ποσό μειώθηκε περαιτέρω κατά το ήμισυ.
  • Οι αναστολές πληρωμών αφορούσαν κατά βάση ενήμερα δάνεια [σε ποσοστό άνω του 80% κατά μέσο όρο] και στο μεγαλύτερο μέρος τους προς επιχειρήσεις [σε ποσοστό περίπου 55% κατά μέσο όρο], κυρίως προς μικρομεσαίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Αποτελούσαν δε, ένα σημαντικό ποσοστό των συνολικών ενήμερων δανείων των συστημικών τραπεζών [σχεδόν έφθασαν το 20% επί των ενήμερων δανείων κατά μέσο όρο].
  • Οι κλάδοι στους οποίους αφορούσαν τα δάνεια σε αναστολή πληρωμών ήταν κυρίως πέντε, με πρώτο αυτόν της εστίασης και παροχής καταλυμάτων, του εμπορίου, της μεταποίησης, των κατασκευών και υπηρεσιών ακίνητης περιουσίας και των μεταφορών.

Όλα τα παραπάνω μέτρα που ελήφθησαν (αλλά και συνεχίζουν έως σήμερα) από τις αρχές και τις τράπεζες ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση και κατάφεραν να αποτρέψουν τα χειρότερα τόσο όσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα, όσο και τις κοινωνικές επιπτώσεις από την πανδημία. Βεβαίως, τα σημάδια από την κρίση που προκάλεσε η πανδημία δεν είναι ακόμα πλήρως εμφανή στην πραγματική οικονομία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωζώνη και θα είναι ενδεχομένως πιο ορατά μετά την έξοδο από τα μέτρα στήριξης. Όσον αφορά το τραπεζικό σύστημα η επίπτωση αφορά κυρίως σε νέα ΜΕΔ καθώς και στην αναμενόμενη επιδείνωση του λόγου των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων προς το σύνολο των εποπτικών κεφαλαίων.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ