Συνεχιζόμενη αυστηροποίηση των όρων χρηματοδότησης των επιχειρήσεων στην Ευρωζώνη!

Όσον αφορά το μέλλον, οι επιχειρήσεις αναμένουν μείωση της διαθεσιμότητας όλων των εξωτερικών πηγών χρηματοδότησης και δη των τραπεζικών δανείων.

Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ευρωζώνη κατέγραψαν μια συνεχή αύξηση του κύκλου εργασιών τους, ενώ το υψηλότερο κόστος εργασίας, παραγωγής και τόκων επιβάρυνε την κερδοφορία τους.

Μάλιστα, οι επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων θεωρούν πως ο κύκλος εργασιών τους θα εμφανίσει περαιτέρω αύξηση κατά τη διάρκεια του προσεχούς εξαμήνου, όπως προκύπτει με βάση τα στοιχεία πρόσφατης μελέτης για την Πρόσβαση των Επιχειρήσεων στη Χρηματοδότηση (Survey on the Access to Finance of Enterprises – SAFE).

Κι αυτό, τη στιγμή κατά την οποία το ποσοστό των οικονομικά ευάλωτων επιχειρήσεων αυξήθηκε -σχεδόν- στο επίπεδο που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού (COVID-19).

Σε σύγκριση με την τελευταία έρευνα, οι επιχειρήσεις αναμένουν αισθητά μικρότερη αύξηση στις μέσες τιμές πώλησής τους (3,7%, από 6,1%) και στους μισθούς (4,3%, από 5,4%) κατά τη διάρκεια του ερχόμενου έτους.

Επιπροσθέτως, οι επιχειρήσεις ανέφεραν λελογισμένη αύξηση στις ανάγκες τους για την αναζήτηση εξωτερικών κεφαλαίων, ενώ η διαθεσιμότητα επιδεινώθηκε περαιτέρω, αντανακλώντας τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Ως αποτέλεσμα, το χρηματοδοτικό κενό συνέχισε να αυξάνεται με συντηρητικό ρυθμό.

Μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων από τις συνολικά 11.523 που συμμετείχαν στην έρευνα, εκ των οποίων οι 10.499 (92%) είναι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), οι οποίες και απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζομένους, ανέφερε αυστηρότερους όρους και προϋποθέσεις τιμών για τραπεζικά δάνεια. Παρά το γεγονός, όμως, της ύπαρξης αυστηρότερων όρων χρηματοδότησης, μικρό ποσοστό επιχειρήσεων ανέφεραν εμπόδια στη λήψη τραπεζικού δανείου.

Αύξηση κύκλου εργασιών, μειωμένα κέρδη!

Συν τοις άλλοις, οι επιχειρήσεις ανέφεραν αύξηση του κύκλου εργασιών, παρότι το καθαρό ποσοστό εμφανίζεται χαμηλότερο σε σχέση με προηγούμενες έρευνες.

Περισσότερες επιχειρήσεις είδαν τα κέρδη τους να κινούνται σε περισσότερο αρνητικό έδαφος, και δη σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη έρευνα (καθαρό -14%). Η μείωση των κερδών αντανακλά -για ακόμη μια φορά- την απότομη αύξηση του κόστους εργασίας και άλλων δαπανών που σχετίζονται με υλικά και ενέργεια, παρά το γεγονός ότι οι πιέσεις στο κόστος δείχνουν να έχουν αμβλυνθεί. Η αύξηση των δαπανών τόκων επιβαρύνει περαιτέρω την κερδοφορία, ενώ η ενίσχυση των επενδύσεων και της απασχόλησης των επιχειρήσεων έχει σε μεγάλο βαθμό συγκρατηθεί, αν και λιγότερες εταιρείες αναφέρουν αυξήσεις.

Ο δείκτης χρηματοοικονομικής ευπάθειας, ο οποίος παρέχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της οικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων, υποδηλώνει ότι το 9% των επιχειρήσεων της Ευρωζώνης αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες στη λειτουργία της επιχείρησής τους και στην εξυπηρέτηση των χρεών τους κατά τη διάρκεια του τελευταίου εξαμήνου.

Οι εταιρείες ανέφεραν κατά μέσο όρο ότι αναμένουν ότι οι τιμές πώλησής τους θα αυξηθούν κατά 3,7% τους επόμενους 12 μήνες (από 6,1% στην προηγηθείσα έρευνα) και το κόστος εισροών εκτός εργασίας θα αυξηθεί κατά 6,1%. Παράλληλα, αναμένουν ότι οι μισθοί των εργαζομένων τους θα αυξηθούν κατά 4,3% (από 5,4%), με αύξηση της μέσης απασχόλησης κατά 1,7% το 2024.

Το καθαρό μερίδιο των επιχειρήσεων που ανέφεραν αύξηση της ανάγκης τους για τραπεζικά δάνεια ήταν μέτριο (5%, σε σύγκριση με 4% στην αμέσως προηγούμενη έρευνα). Την ίδια στιγμή, η διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων μειώθηκε, με το 10% των επιχειρήσεων να δείχνει επιδείνωση. Κάτι που είχε ως αποτέλεσμα το χρηματοδοτικό χάσμα να συνεχίσει να διευρύνεται, ωστόσο με εξαιρετικά ήπιο ρυθμό.

Οι εταιρείες συνέχισαν να αναφέρουν εκτεταμένη αύξηση των τραπεζικών επιτοκίων και των λοιπών δαπανών τιμής και μη της τραπεζικής χρηματοδότησης (καθαρό 86%), αντανακλώντας τη μετάδοση της προηγούμενης αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής στο κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων.

Παρά τις αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης, ο δείκτης χρηματοοικονομικών εμποδίων για όλες τις επιχειρήσεις παρέμεινε σε παρόμοιο επίπεδο σε σύγκριση με τον προηγούμενο γύρο (6%, από 7%). Μεταξύ των επιχειρήσεων που υποβάλλουν αίτηση για τραπεζικό δάνειο (27% των επιχειρήσεων), το 10% ανέφερε εμπόδια στη λήψη δανείου. Μέγεθος ταυτόσημο με την αμέσως προηγούμενη μελέτη.

Όσον αφορά το μέλλον, οι επιχειρήσεις αναμένουν μείωση της διαθεσιμότητας όλων των εξωτερικών πηγών χρηματοδότησης και δη των τραπεζικών δανείων. Αυτό υποδηλώνει ότι μέρος της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής στις συνθήκες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων βρίσκεται ακόμη στα σκαριά.

Διαβάστε εδώ την BUSINESS VOICE που κυκλοφόρησε εχθές! 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ