Πρόβλεψη πληθωρισμού έως 11,01% το 2022!

Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής το ακραίο σενάριο με την διατήρηση της ενεργειακής κρίσης και την επιμήκυνση του πολέμου στην Ουκρανία προβλέπει σχεδόν διπλάσιο ποσοστό σε σχέση με την αρχική εκτίμηση (6,99%).

Έκρηξη πληθωρισμού ο οποίος στο δυσμενές σενάριο μπορεί να εξακοντιστεί για φέτος ακόμη και στο 11,01% προβλέπει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, το οποίο βλέπει αυξημένο κίνδυνο αύξησης του επιτοκίου δανεισμού μέσω ελληνικών κρατικών ομολόγων κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Το ΓΠτΒ εκτιμά ακόμη επιβράδυνση της ανάπτυξης κατά 0,83 της ποσοστιαίας μονάδας στο ήπιο σενάριο και κατά 1,37 μονάδα στο δυσμενές, καθώς και έντονες δημοσιονομικές πιέσεις που απαγοαρεύουν παρεμβάσεις καθώς και μόνιμα μέτρα δημοσιονομικής χαλάρωσης που δεν σχετίζονται με το ενεργειακό κόστος.

Αναλυτικότερα, στην έκθεση του Δ΄τριμήνου 2021 που συνέταξε το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής περιέχονται σενάρια για έκρηξη του μέσου πληθωρισμού ακόμα και στο 11,01% σε μέσο εναρμονισμένο επίπεδο φέτος εάν και εφόσο επικρατήσει το «κακό» σενάριο ως προς το εύρος των διαταραχών μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής εκτιμά ότι στο ήπιο σενάριο, ο πληθωρισμός θα φτάνει στο 7,43%, ενώ στο δυσμενές στο 11,01%, όταν το σενάριο αναφοράς, πριν τον πόλεμο, μιλούσε για 6,99%.

Οι προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού για την οικονομική μεγέθυνση του 2022 ήταν στο 3,58% πριν την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και τώρα περιορίζονται στο 2,75% στο ήπιο σενάριο και 2,21% στο δυσμενές σενάριο, ανάλογα με την έκταση των διαταραχών στις διεθνείς τιμές ενέργειας και τροφίμων καθώς και την επιδείνωση του κλίματος εμπιστοσύνης και την αναταραχή των χρηματοπιστωτικών αγορών. Ωστόσο, η τελική επίπτωση θα εξαρτηθεί, όπως αναφέρευαι στην έκθεση, από τη διάρκεια του πολέμου, την έκβασή του και την αντίδραση της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επισημαίνεται.

Όσον αφορά τα δημόσια οικονομικά, το Γραφείο προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις του πολέμου αναμένεται να οδηγήσουν σε έντονες δημοσιονομικές πιέσεις τόσο από την πλευρά των εσόδων (λόγω οικονομικής επιβράδυνσης) όσο και από την πλευρά των δαπανών (πίεση για κάλυψη ενεργειακού κόστους). Ωστόσο, επισημαίνει ότι, ακόμα και αν αποφασιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια παράταση της γενικής ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και για το 2023 ή μια ενδεχόμενη εξαίρεση των αμυντικών δαπανών από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, οι δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας μας είναι περιορισμένες. Οι πρωτοφανείς επεκτατικές πολιτικές που ασκήθηκαν, τονίζεται, για την αντιμετώπιση της πανδημίας έχουν προκαλέσει μια σωρευτική δημοσιονομική επιδείνωση της τάξης των 30 δις ευρώ. Ο δε συνδυασμός μειωμένων φορολογικών εσόδων και αυξημένων δαπανών, παρότι αναγκαίος στις έκτακτες συνθήκες, δεν είναι βιώσιμος μεσοπρόθεσμα. Όσον αφορά το ύψος του πρωτογενούς ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και του δημόσιου χρέους σε συνδυασμό με την απουσία επενδυτικής βαθμίδας καθιστούν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα ιδιαίτερα ευάλωτα σε ενδεχόμενες διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές, παρά τη στήριξη από την ΕΚΤ.

Με βάση τα παραπάνω, οι συντάκτες της έκθεσης θεωρούν ότι η επαναφορά της δημοσιονομικής ισορροπίας αποτελεί μείζονα προτεραιότητα. Συνεπώς, όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, οι όποιες επεκτατικές παρεμβάσεις πρέπει να είναι προσωρινές και να περιοριστούν αποκλειστικά στην απορρόφηση του αυξημένου ενεργειακού κόστους με στόχευση στις ευάλωτες ομάδες. Αντίθετα, θα πρέπει να αποφευχθούν οριζόντιες παρεμβάσεις καθώς και μόνιμα μέτρα δημοσιονομικής χαλάρωσης που δεν σχετίζονται με το ενεργειακό κόστος. «Κατανοούμε ότι η έντονη πολιτική πόλωση που επικρατεί δεν ενθαρρύνει τη δημοσιονομική υπευθυνότητα. Όμως η παράδοση της δημοσιονομικής πλειοδοσίας δεν καθιστά λιγότερο επιτακτική την ανάγκη προετοιμασίας απέναντι σε προκλήσεις με άγνωστη διάρκεια και έκβαση. Η δημοσιονομική ασφάλεια της χώρας απαιτεί μια ελάχιστη πολιτική συναίνεση πάνω στους κύριους άξονες στρατηγικής που θα ενισχύσει το κλίμα οικονομικής εμπιστοσύνης, θα βελτιώσει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, και κατ’ επέκταση θα καταστήσει περισσότερο διαχειρίσιμες τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία. Διαφορετικά, αν η χώρα μας οδηγηθεί σε νέα αύξηση του δημόσιου χρέους, κινδυνεύει να αντιμετωπίσει δυσάρεστες δημοσιονομικές καταστάσεις» τονίζεται.

Τα δυσμενή σενάρια που φοβάται το ΓΠτΒ προβλέπουν ακόμη:

  • Αύξηση της μέσης διεθνούς τιμής αργού πετρελαίου (βαρέλι) κατά 50 δολάρια
  • Αύξηση της μέσης διεθνούς τιμής τροφίμων (Food price index, IMF) κατά 50.
  • Αύξηση της μέσης διεθνούς τιμής φυσικού αερίου (ισοδύναμο βαρελιού πετρελαίου) κατά 100 δολάρια
  • Επιπλέον αύξηση κινδύνου δημόσιου δανεισμού με αύξηση επιτοκίου ελληνικών κρατικών ομολόγων κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες

Στα «σενάρια διαταραχών», το ΓΠτΒ προβλέπει ακόμη:

Αύξηση κινδύνου ιδιωτικού δανεισμού που προκαλεί αύξηση επιτοκίων (Private Investment Premium) κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε Δυτική Ευρώπη, κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες σε Ανατολική Ευρώπη και κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες στη Ρωσία,

Μετανάστευση 4 εκατομμυρίων πολιτών από την Ουκρανία σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες (1 εκατ. στην Πολωνία, 1 εκατ. στη Γερμανία και τα υπόλοιπα 2 εκατ. θα κατανεμηθούν αναλογικά με την κατανομή των προσφύγων από Συρία),

Αύξηση της Δημόσιας Κατανάλωσης (προσφυγικές και αμυντικές δαπάνες) κατά 0,5% του ΑΕΠ στις Ευρωπαϊκές χώρες που δεν συνορεύουν με την Ουκρανία και 1% σε εκείνες που συνορεύουν με την Ουκρανία,

Μείωση καθαρού εμπορίου της Δυτικής Ευρώπης με την Ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία κατά 30%,

Υποτίμηση 10% στο ρούβλι έναντι του δολαρίου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ