Δώρο του Πάσχα: Η «ταραγμένη» πολυετής ιστορία του

Από την Ελληνική Επανάσταση έως σήμερα, το χρηματικό επίδομα έχει περάσει από πολλά στάδια και συγκυρίες.

Το Δώρο του Πάσχα είναι ένα χρηματικό επίδομα, το οποίο δίνεται από τον εργοδότη προς τον εργαζόμενο, την περίοδο του Πάσχα. Συνήθως, είναι ανάλογο μισού μισθού ή 15 ημερομισθίων. Βασικός του σκοπός είναι η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, ενώ παράλληλα συμβάλει και στην αύξηση της εμπορικής κίνησης. Στην ουσία, πρόκειται για το μισό του λεγόμενου 14ου μισθού, καθώς το άλλο μισό είναι το επίδομα αδείας. Πότε εμφανίστηκε όμως για πρώτη φορά το Δώρο του Πάσχα και κυρίως πότε ξεκίνησε να καταβάλλεται στην Ελλάδα. Πάμε να δούμε παρακάτω αναλυτικά την ιστορία του.

Στην Ελλάδα αναφορές στο Δώρο του Πάσχα μπορούν να εντοπιστούν ήδη από την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Η πρώτη αναφορά για το γίνεται σ’ ένα έγγραφο του Μινιστέριου (Υπουργείο) της Οικονομίας. Το έγγραφο το είχαν αποστείλει προς το Μινιστέριο οι εργάτες του Τυπογραφείου της Διοίκησης (Εφημερίδα της Κυβέρνησης θα λέγαμε σήμερα) τη 1η Απριλίου 1822, στα μέσα της Ελληνικής Επανάστασης. Οι εργαζόμενοι ζητούσαν λίγα παραπάνω χρήματα, καθώς επειδή είχε φτάσει η γιορτή του Πάσχα, ήθελαν να αγοράσουν κάποια απαραίτητα αντικείμενα, όπως παπούτσια, ή ήθελαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Την αίτηση υπέγραφε εκ μέρους των εργαζομένων ο αρχιτυπογράφος, Κωνσταντίνος Τόμπρας.

Τα επόμενα χρόνια, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οι εργοδότες άρχισαν σταδιακά κατά παράδοση να δίνουν δώρα σε είδος ή σε χρήμα προς τους υπαλλήλους τους κατά την περίοδο του Πάσχα. Ωστόσο, με τον αναγκαστικό νόμο 866 του 1946, καθιερώθηκαν και επίσημα οι έκτακτες ενισχύσεις, όπως ονομάστηκαν τα δώρα, οι οποίες πλέον συμπεριλήφθηκαν στον μισθό. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση έδωσε το δικαίωμα στους αρμόδιους Υπουργούς να καθορίζουν τους μισθούς, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν οι έκτακτες ενισχύσεις των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Οι νόμοι του 1777 του 1901 και του 1951 επικύρωσαν την προηγούμενη νομοθετική πρωτοβουλία και όριζαν ότι «οι Υπουργοί Οικονομικών και Εργασίας θα μπορούσαν μέσω κοινών αποφάσεων να προσδιορίζουν τις έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις για τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα σε χρήμα ή σε είδος».

Το 1980 με το νόμο 1082 ρυθμίζεται οριστικά και για πάντα το ύψος και ο χρόνος καταβολής των δώρων εορτών και αδείας. Με τον ίδιο νόμο, το δώρο μετονομάζεται σε επίδομα. Χάρη στο νόμο 2084 του 1992 («νόμος Σιούφα») το επίδομα του Πάσχα (όπως και τα επιδόματα Χριστουγέννων και αδείας) άρχισε να μην υπολογίζεται στις συντάξεις του ΙΚΑ.

Το 2009 η οικονομική κρίση άλλαξε τα πάντα. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, εν μέσω ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πρότεινε στην κυβέρνηση Καραμανλή να καταργήσει τα δώρα του Πάσχα και των Χριστουγέννων, όπως και το επίδομα της καλοκαιρινής άδειας. Έπειτα, τον Μάρτιο του 2010, η κυβέρνηση Παπανδρέου ανακοίνωσε το νέο πακέτο μέτρων για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, στο οποίο προέβλεπε και την περικοπή κατά 30% των επιδομάτων Πάσχα, Χριστουγέννων καθώς και της άδειας στο Δημόσιο.

Το επόμενο διάστημα, όταν η Ελλάδα μπήκε στο Μνημόνιο, ο τότε Πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε στις 2 Μαΐου 2010 την αντικατάσταση του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων με το επίδομα των 500 ευρώ, σε όλους όσους οι αποδοχές τους έφταναν μέχρι 3.000 ευρώ. Επίσης, ανακοίνωσε την πλήρη κατάργηση των δύο μισθών, για μεγαλύτερες αποδοχές. Για τους συνταξιούχους το επίδομα έφτανε τα 800 ευρώ για συντάξεις έως 2.500 ευρώ.

Τον Νοέμβριο του 2012, με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016, το οποίο ψήφισε η υπό τον Αντώνη Σαμαρά κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ καταργήθηκαν τελείως τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και Αδείας για τους δημόσιους υπάλληλους και όλους τους συνταξιούχους. Σήμερα, επίδομα Πάσχα δικαιούνται οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, το 2022 λόγω της ενεργειακής κρίσης και του πληθωρισμού θεσπίστηκε και το έκτακτο Δώρο Πάσχα για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ