Με ανακοίνωση της η Vodafone τοποθετείται απέναντι στις προκλήσεις του ανταγωνισμού και τις ρυθμίσεις της ΕΕΤΤ
Η αξία της ρύθμισης
Η ελληνική αγορά αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό, τις δυνατότητες των καταναλωτών και τις επενδύσεις. Η ρύθμιση και η έγκαιρη (προληπτική και μη) παρέμβαση είναι αναγκαίες για την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς και την υλοποίηση επενδύσεων, και τη διασφάλιση ότι δεν υφίστανται διακρίσεις στην πρόσβαση και στη συμπεριφορά στη χονδρική αγορά, οι οποίες θα προκαλούσαν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.
- Η πρόσβαση στην υποδομή και το περιεχόμενο πρέπει να γίνεται με εύλογο κόστος
- Η επιλογή των κατάλληλων και ανθεκτικών στο μέλλον επενδύσεων δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζει οποιουσδήποτε περιορισμούς
- Η εμπειρία του πελάτη θα πρέπει να διασφαλίζεται με όρους ισότιμης μεταχείρισης
- Το αποκλειστικό περιεχόμενο υψηλής αξίας δεν θα πρέπει να καταλήξει να γίνει μέθοδος κατάχρησης της τυχόν δεσπόζουσας θέσης ενός παρόχου στην αγορά
Η αποτελεσματική ρύθμιση από την ΕΕΤΤ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για μία ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών και μπορεί να βοηθήσει στην υλοποίηση του οράματος της κοινωνίας των Gigabit, με την αποτροπή πρακτικών διακριτικής μεταχείρισης, ή τυχόν προσπάθειας επαναδημιουργίας μονοπωλιακών συνθηκών. Ένα ευρύτερο νομοθετικό πλαίσιο που θα στηρίζει έμπρακτα τις επενδύσεις και τον ανταγωνισμό, θα βοηθήσει ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη των υποδομών και τη δημιουργία καινοτόμων επενδύσεων, συμβάλλοντας στην επανεκκίνηση της
ελληνικής οικονομίας.
Στόχος της ρύθμισης είναι η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και του ανταγωνισμού, που αποτελούν αυτονόητη προϋπόθεση προκειμένου οι καταναλωτές να απολαμβάνουν καλύτερες και πιο οικονομικές υπηρεσίες, αλλά και οι πάροχοι να έχουν την απαραίτητη επενδυτική πίστη για να επενδύσουν στη χώρα.
Ένα τέτοιο παράδειγμα προληπτικής ρύθμισης είναι ο έλεγχος των προϊόντων λιανικής του παρόχου με δεσπόζουσα θέση. Σύμφωνα με την πολύ πρόσφατη (Δεκέμβριος 2016) απόφαση της ΕΕΤΤ αναφορικά με την Εθνική αγορά χονδρικής τοπικής πρόσβασης σε σταθερή θέση (η οποία ελήφθη κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης στην οποία συμμετείχαν όλοι οι πάροχοι, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και του ΟΤΕ), η οποία κοινοποιήθηκε προς έγκριση και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο ΟΤΕ ορίστηκε ως πάροχος με Σημαντική Ισχύ (δεσπόζουσα θέση) στην Εθνική Αγορά χονδρικής τοπικής πρόσβασης σε σταθερή θέση, η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει τα προϊόντα τοπικού βρόχου και υποβρόχου καθώς και τα προϊόντα VULA
(εικονικά προϊόντα χονδρικής). Συνεπώς, εξαιτίας της δεσπόζουσας θέσης του υπόκειται εύλογα σε σειρά κανονιστικών υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και Υποχρέωση να μην προβαίνει σε συμπίεση περιθωρίου κατά την παροχή λιανικών υπηρεσιών που βασίζονται, εν όλω ή εν μέρει, στα προϊόντα της αγοράς Χονδρικής Τοπικής Πρόσβασης σε σταθερή θέση. Σκοπός της υποχρέωσης αυτής είναι να αποφευχθεί ο περιορισμός των ανταγωνιστών από τη δυνατότητα να έχουν ένα τουλάχιστον εύλογο εμπορικό κέρδος στις λιανικές αγορές που δραστηριοποιούνται, χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στην ως άνω υπό ρύθμιση αγορά χονδρικής τοπικής πρόσβασης. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μέχρι αυτή τη στιγμή, στην Ελλάδα, λόγω της απουσίας εναλλακτικών δικτύων πρόσβασης, οι εναλλακτικοί πάροχοι μπορούν να δραστηριοποιηθούν στην λιανική αγορά μόνο μέσω της χρήσης υπηρεσιών του δικτύου πρόσβασης του ΟΤΕ και συνεπώς πιθανή συμπίεση
περιθωρίου θα οδηγήσει στον αποκλεισμό τους και στην εξάλειψη του ανταγωνισμού, σε βάρος προφανώς των Ελλήνων καταναλωτών.
Παράλληλα, όμως, επειδή η προληπτική ρύθμιση δεν είναι πάντοτε αρκετή και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ΟΤΕ έχει υιοθετήσει πρακτικές οι οποίες βλάπτουν τον ανταγωνισμό, θα πρέπει να υπάρχει συνεχής και συστηματική εποπτεία της λειτουργίας της αγοράς και θα πρέπει οι τυχόν καταγγελίες ή διαφορές να επιλύονται μέσα σε εύλογο χρόνο. Η αδικαιολόγητα καθυστερημένη παρέμβαση συνιστά τελικά μη επίλυση, εφόσον πια οι αντι- ανταγωνιστικές πρακτικές παγιώνονται και τα αποτελέσματά τους δεν ανατρέπονται. Η καταγγελία της Vodafone για την καρτοκινητή, η οποία εκκρεμεί από το 2012 και επί της οποίας ακόμα δεν έχει εκδοθεί απόφαση από την ΕΕΤΤ, είναι ένα τέτοιο πολύ αρνητικό
παράδειγμα.

